Λίγα λόγια για την ΟλΣτΕ 660/2018, μέρος Α

Με την διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών έχω ασχοληθή αρκετές φορές στο παρελθόν, πιο πρόσφατα σε αυτήν εδώ την ανάρτηση. Το ζήτημα έταμε η Ολομέλεια του ΣτΕ σε 17μελή σύνθεση με την απόφαση 660/2018, η οποία, με την σχετικά ευρεία πλειοψηφία 12-5, έκρινε αντισυνταγματική μια υπουργική απόφαση του τότε Επιτρόπου Παιδείας Φίλη, η οποία εισήγαγε στην υποχρεωτική εκπαίδευση νέα εγχειρίδια διδασκαλίας.

Η απόφαση συνάντησε την ομόθυμη αποδοκιμασία του Αθεϊστάν, αλλά έχουν άδικο. Έχουν πολύ άδικο στην κατάστρωση της μείζονος πρότασης και λίγο άδικο στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Ας τα εξετάσουμε αναλυτικώτερα:

Μείζων πρόταση.

Δογματίζει η Ολομέλεια ότι η αναφορά του Χριστιανισμού ως επικρατούσας θρησκείας

αποτελεί και διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι την θρησκεία αυτήν πρεσβεύει η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και κανονιστικών συνεπειών (όπως π.χ. η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.

Πολύ σωστά. Διαφορετικά ο σταυρός στην σημαία ή η Κυριακή αργία θα ήσαν συνταγματικά μετέωρες. Τα ίδια λέει και η μειοψηφία, με απλή διαφορά έμφασης. Όλοι οι ανώτατοι δικαστές κατ’ ουσίαν ομονοούν στην ερμηνεία του άρ. 3 παρ. 1 Σ, αλλά οι Αθεϊστανοί διατηρούν επιφυλάξεις. Ε καλά.

Περνώντας τώρα στην ερμηνεία του άρ. 16 παρ. 2 Σ η Ολομέλεια έκρινε ότι

Η έννοια της «εθνικής» και της «θρησκευτικής» συνειδήσεως κατά την εν λόγω συνταγματική διάταξη, είναι, εν όψει και της χρήσεως οριστικού άρθρου, συγκεκριμένη και δεν αφορά σε οποιοδήποτε Έθνος και σε οποιοδήποτε θρήσκευμα. Ειδικότερα, ως ανάπτυξη της «εθνικής» συνειδήσεως νοείται ευλόγως εφ’ όσον το ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό Κράτος (βλ. Ολομ. ΣΕ 460/2013), η ανάπτυξη της ελληνικής -και όχι άλλης- εθνικής συνειδήσεως, ως ανάπτυξη δε της «θρησκευτικής» συνειδήσεως νοείται η ανάπτυξη ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως (βλ. ΣΕ 3356/ 1995, 2176/1998), εν όψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χαρακτηριζόμενη ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα» αναγνωρίζεται από τον συνταγματικό νομοθέτη, όπως προεξετέθη, ως η θρησκεία της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Εδώ η διατύπωση είναι απόλυτη και αδικεί την απόφαση. Ως προς το εθνικό κομμάτι του παραθέματος, λίγοι νομίζω θα υποστήριζαν ότι ως εθνική νοείται κάποια άλλη συνείδηση, όση ερμηνευτική φαντασία και αν επεστράτευαν. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι δηλαδή έχουμε τους ίδιους νομικούς όρους, στο ίδιο άρθρο, αναφερόμενους στο ίδιο συνταγματικό δικαίωμα, εκ του ιδίου συντακτικού νομοθέτη προερχόμενους, όσα ισχύουν επί εθνικής συνειδήσεως ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών και επί θρησκευτικής συνειδήσεως. Η ανακριβολογία της απόφασης έγκειται όμως στον περιορισμό της ανάπτυξης θρησκευτικής συνείδησης μόνο στην χριστιανική, και μάλιστα στην ορθόδοξη. Και μιλώ για ανακριβολογία, γιατί από όλο το κείμενο της απόφασης, όπως θα φανή κατωτέρω, προκύπτει ότι, ενώ επί της εθνικής συνείδησης αυτή είναι αναπτυκτέα εφ’ όλων των μαθητών ομοιόμορφα (κακώς, καθ’ ημάς), η αναπτυκτέα θρησκευτική συνείδηση κυμαίνεται αναλόγως θρησκεύματος: στους καθολικούς πρέπει να αναπτυχθή η καθολική χριστιανική συνείδηση, στους εβραίους η εβραϊκή και στους μουσουλμάνους η μουσουλμανική.

Αυτό καθίσταται απολύτως σαφές σε δύο σημεία της απόφασης:

αφορά αποκλειστικώς στους μαθητές, οι οποίοι ανήκοντες στην κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, το κυριότερο δε μέσον, δια του οποίου -εκτός άλλων (προσευχή, εκκλησιασμός)- υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών.

, και λίγο πιο κάτω,

… το μάθημα αυτό, μέσω του οποίου πραγματώνεται ως σκοπός της παιδείας η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως» υπό το προεκτεθέν κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Σ/τος περιεχόμενο (ήτοι η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως), απευθύνεται αποκλειστικά, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου του, στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετεροδόξους, αλλοθρήσκους ή αθέους.

Δηλαδή, πόσο σαφέστερα να το διακηρύξη η απόφαση; Το ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών δεν αφορά όσους δεν είναι ορθόδοξοι, όπως ακριβώς το καθολικό μάθημα των Θρησκευτικών στην Άνω Σύρο δεν αφορά όσους δεν είναι καθολικοί. Παραδόξως όμως, πολλοί Αθεϊστανοί αντιδρούν λες και τους υποχρέωσε κανείς να διδαχθούν τα παιδιά τους Θρησκευτικά. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει: οι Αθεϊστανοί είναι εκείνοι που θέλουν να υποχρεώσουν τα παιδιά των θρησκευόμενων συμπολιτών τους να μην μάθουν τίποτα για την θρησκεία τους μέσα στο σχολείο.

Περαιτέρω,

… η εν λόγω [προσβαλλόμενη] απόφαση κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση, την οποία, ήδη πριν από την έναρξη του σχολικού βίου διαμορφώνουν οι μαθητές αυτοί στο πλαίσιο του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, είναι δε ικανή η εισαγόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση διδασκαλία ως επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών αυτών που δεν διαθέτουν την ωριμότητα και την κριτική αντίληψη των ενηλίκων, να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδησή τους.

Απολύτως ακριβές. Οι ορθόδοξοι μαθητές είναι ήδη ορθόδοξοι όταν εμφανίζονται στα σχολικά κελλιά, μας λέει ορθότατα η απόφαση. Δεν γίνονται ορθόδοξοι στο σχολείο, όπως και δεν μαθαίνουν τα ελληνικά στο σχολείο, αλλά εκεί αναπτύσσεται η ορθόδοξη συνείδηση που ήδη έχουν (όπως εκεί αναπτύσσεται και η ελληνική γλώσσα την οποία ήδη ομιλούν).

Εδώ προσήκει μια σύντομη παρένθεση για όσους μόλις έπεσαν με αλεξίπτωτο στον πλανήτη Ελλάδα:

Στην Ελλάδα η συντριπτική πλειονότητα των παιδιών νηπιοβαπτίζεται κατά το ορθόδοξο τυπικό, παίρνει ένα χριστιανικό όνομα, έχει ανάδοχο που αγοράζει στο παιδί λαμπάδα και παπούτσια το Πάσχα, κλαίει όταν είναι μωρό και το πηγαίνουν στην εκκλησία να κοινωνήση, έχει μια γιαγιά που το πηγαίνει στο Ευχέλαιο κάθε Μεγάλη Τετάρτη και μαθαίνει ότι το δεξί μας χέρι είναι αυτό με το οποίο ζωγραφίζουμε και κάνουμε τον σταυρό μας. Στις 10 Σεπτεμβρίου του 8ου έτους της ζωής τους, όταν δηλαδή αρχίζει η τάξη στην οποία θα διδαχθούν για πρώτη φορά τα Θρησκευτικά, τα παιδιά δεν είναι άγραφες πλάκες, αλλά αχθοφόροι ήδη μιας ταυτότητας: είναι χριστιανόπουλα (, μουσουλμανόπουλα, αθεόπουλα κοκ). Αυτήν την πραγματικότητα οφείλει να σέβεται το φιλελεύθερο σχολείο.

Και επισημαίνει ορθότατα η απόφαση:

… σχολική διδασκαλία που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή ή την αλλοίωση της θρησκευτικής αυτής συνειδήσεως των μαθητών, όπως αυτή διαμορφώνεται στο πλαίσιο της οικογενείας, θα συνιστούσε μορφή ομαδικού προσηλυτισμού ιδιαιτέρως σοβαρή, ως επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών που δεν διαθέτουν την κριτική αντίληψη και ωριμότητα των ενηλίκων κατά παράβαση των παρ. 1 και 2 του άρ. 13 Σ

Τοις ορθοδόξοις ορθόδοξα θρησκευτικά, τοις καθολικοίς καθολικά και ούτως καθεξής. Αν σε παιδάκια 8 ετών διδάξης ότι όλοι οι θεοί είναι το ίδιο, ότι η Αγία Τριάδα είναι σχήμα λόγου, ότι και οι άλλες θρησκείες έχουν κάτι άψογους αγίους ή κάτι παρόμοιο, δεν παρέχεις θρησκευτική ή θρησκειολογική καν εκπαίδευση, αλλά επιχειρείς μέσω του καταναγκαστικού κρατικού μηχανισμού να αναπροσανατολίσης (: να αποχρωματίσης) το θρησκευτικό φρόνημα των μαθητών. Αυτό όμως λέγεται προσηλυτισμός. Γιαυτό το μάθημα πρέπει να διδάσκεται “χωρίς να καλλιεργεί αμφιβολίες ως προς τα εν λόγω στοιχεία που συγκροτούν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη ούτε να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών”. Δεν είναι δουλειά του κράτους να αποφασίση αν καλώς οι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να έχουν το χ ή το ψ θρήσκευμα. Δουλειά του κράτους είναι να τους διδάξη το χ ή το ψ θρήσκευμα, ακριβώς επειδή το επιθυμούν οι γονείς τους. Δυνατά και φιλελεύθερα, το σχολείο υπάρχει για τους μαθητές και τους γονείς τους και όχι ανάποδα, οι μαθητές και οι γονείς χάριν της κρατικής ιδεολογίας, όπως εκφράζεται μέσα στο σχολείο.

Προς τούτο στοιχείται απολύτως η συχνά παραγνωριζόμενη διάταξη του άρ. 2 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, την οποία σας παραθέτω:

Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις.

Μπορείτε, αγαπητοί Αθεϊστανοί, να σκεφτήτε κανέναν καλύτερο τρόπο σεβασμού του δικαιώματος των γονέων να εξασφαλίζουν την μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους συμφώνως προς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις από την διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος ανάλογα προς τις επιθυμίες των γονέων (ορθοδοξία στους ορθοδόξους, ισλάμ στους μουσουλμάνους, τίποτα στους αθέους κλπ); Εγώ όχι. Γιατί δεν υπάρχει. Γιατί αυτός είναι ο επιτυχέστερος τρόπος από κοινού ερμηνείας των άρ. 16 παρ. 2 Σ και 2 του 1ου ΠΠ ΕΣΔΑ.

Επιπροσθέτως των ως άνω επιχειρημάτων, που άπτονται κυρίως των άρ. 3, 13 και 16 Σ, διατυπώνεται εδώ ένα πολύ σοβαρό εκ της ισότητος επιχείρημα, του οποίου δεν είδα καμία απολύτως απόπειρα απόκρουσης από τους ακηδείς κατοίκους του Αθεϊστάν. Έχει ως εξής:

… για ετεροδόξους ή αλλοθρήσκους μαθητάς -ιδίως τους μαθητάς του καθολικού δόγματος ή της εβραϊκής θρησκείας ή της μουσουλμανικής μειονότητος της Δυτικής Θράκης- ο νομοθέτης έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας από πρόσωπα προτεινόμενα από την οικεία θρησκευτική κοινότητα, προκειμένου δε περί της μουσουλμανικής μειονότητος από μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό (βλ. άρθρα 19 παρ. 1 του ν. 3379/1955, 85 παρ. 4 του ν. 1566/1985, 55 παρ. 5 του ν. 4386/2016 και 7 παρ. 1 του ν. 694/1977).

Πάρτε ας πούμε το άρ. 16 παρ. 4 Ν. 1771/1988:

4. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον στα δημόσια δημοτικά σχολεία των με αριθμό 25153/26.2.1957 (Β’ 86) και 78871/ 22.3.1962 (Β’125) κοινών υπουργικών αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών δεν υπηρετεί δάσκαλος του Καθολικού δόγματος ή της Εβραϊκής θρησκείας και γλώσσας για την κάλυψη των αναγκών των μαθητών του Καθολικού δόγματος ή της Εβραϊκής θρησκείας και γλώσσας αντίστοιχα, μετά από σχετική εισήγηση των αρμοδίων Περιφερειακών Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, είναι δυνατή η πρόσληψη, ανά σχολικό έτος, εκπαιδευτικού εκτός των οικείων πινάκων αναπληρωτών εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών του Καθολικού δόγματος και για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών και γλώσσας της Εβραϊκής θρησκείας. Η επιλογή και πρόσληψη του εκπαιδευτικού γίνεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ύστερα από πρόταση της Ιεράς Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.) και του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου (Κ.Ι.Σ) αντίστοιχα. Για την πρόσληψη απαιτείται πτυχίο παιδαγωγικού τμήματος ή πτυχίο Καθολικών ή Εβραϊκών Σπουδών, αντίστοιχα, Ανώτατης Θεολογικής Σχολής της ημεδαπής ή ισότιμο τίτλο σπουδών της αλλοδαπής αναγνωρισμένο από το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.. Στην περίπτωση τίτλου σπουδών της αλλοδαπής απαιτείται η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, η οποία αποδεικνύεται κατά τις κείμενες διατάξεις.

Ιδού και η στοργική κρατική μέριμνα:

ΥΑ 25153, ΦΕΚ Β-86/1957

Δεν είναι προφανώς δυνατόν τα ορθοδοξάκια να μην κάνουν ορθόδοξα θρησκευτικά, αλλά τα καθολικάκια να κάνουν καθολικά! Θα επρόκειτο για καταφανή ανισότητα στην μεταχείριση ενώπιον του νόμου. Συνεπώς, εκείνο που αναπόφευκτα υποστηρίζουν οι φίλοι μας οι Αθεϊστανοί, το λένε δεν το λένε, είναι να απαγορευθή στον καθολικό ιερέα Ιωσήφ Πρίντεζη, που κάνει τα θρησκευτικά στο 3ο Γυμνάσιο Σύρου, να διδάσκη.

Αλλά αυτό φυσικά δεν το λένε φωναχτά. Θα τους χαλούσε την δικαιωματιστική εικόνα.

Θα συνεχίσω και με δεύτερο μέρος. Όπου προεξαγγέλλω πολύ πόνο.

1 thought on “Λίγα λόγια για την ΟλΣτΕ 660/2018, μέρος Α”

Leave a Comment