Η ελευθερία της έκφρασης ενώπιον του ΕΔΔΑ ΙΙΙ

Στο σημερινό επεισόδιο εξετάζω μερικές ακόμη αποφάσεις του ΕΔΔΑ με τις οποίες διαφωνώ.

Η πολύ σημαντική απόφαση Lindon, Otchakovsky-Laurens and July κατά Γαλλίας (Οκτ 2007) του Τμήματος Διηυρυμένης Σύνθεσης δικαίωσε τον Γάλλο πολιτικό Λεπέν σε μια υπόθεση συκοφαντικής δυσφήμησής του μέσω μυθιστορήματος. Στην απόφαση πάντως υπήρξε και ισχυρή μειοψηφία, μεταξύ των οποίων οι Μπράτζα, Τούλκενς, Ροζάκης. Σημειωτέον ότι ο Λεπέν, όπως και ο μακαρίτης ο Χάιντερ, είναι από τους τακτικούς πελάτες του ΕΔΔΑ (και ακόμη περισσότερο του Ιδεοδικείου). Αυτήν την φορά κέρδισε την υπόθεσή του, κατά την γνώμη μου όμως κακώς. Τα πραγματικά περιστατικά είχαν περίπου ως εξής: το 1998 ο πρώτος αιτών κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Η δίκη του Ζαν Μαρί Λεπέν», βασισμένο σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως ανέπλαθε ελεύθερα. Σε αυτό χρησιμοποιούνταν αναφορικά με τον Λεπέν φράσεις όπως «αρχηγός μιας συμμορίας φονιάδων, σαν τον Αλ Καπόνε», «βαμπίρ που ζη από την κακεντρέχεια των ψηφοφόρων του και το αίμα των αντιπάλων του». Ο Λεπέν υπέβαλε έγκληση για δυσφήμηση και δικαιώθηκε στα εθνικά δικαστήρια. Η υπόθεση γενικά έγινε γνωστή στην Γαλλία και ως συνέπεια 97 Γάλλοι συγγραφείς δημοσίευσαν στην Λιμπερασιόν μια επιστολή υποστήριξης, όπου ασπάζονταν και επανελάμβαναν τις επίμαχες φράσεις, προκαλούσαν δε τον Λεπέν να τους μηνύση και αυτούς. Όπερ και εγένετο. Καταδικάστηκε λοιπόν και ο διευθυντής έκδοσης της Λιμπερασιόν με την σειρά του. Μια ωραία ατμόσφαιρα. Το ΕΔΔΑ συγκατένευσε, έστω και με πλειοψηφία 13-4, με μια πολύ καθωσπρέπει αιτιολογία: «ανεξαρτήτως της βιαιότητας του πολιτικού αγώνα, είναι θεμιτή η προσπάθεια διασφάλισης ότι αυτός θα συμβαδίζη με ένα ελάχιστο βαθμό μετριοπάθειας και κοσμιότητας, ειδικά από την στιγμή που η υπόληψη ενός πολιτικού, ακόμη και ενός αμφιλεγόμενου πολιτικού, πρέπει να απολαύη της προστασίας που παρέχει η ΕΣΔΑ». Ιδίως ενωχλήθηκε το ΕΔΔΑ επειδή στις επίμαχες φράσεις εντοπίστηκε πρόθεση στιγματισμού της άλλης πλευράς και επειδή το περιεχόμενό τους ήταν δυνητικά επικίνδυνο να διεγείρη βία και μίσος, ακόμη και εις βάρος ενός ακραίου πολιτικού.

Μυθοπλασία λέμε ρε!

Στην υπόθεση Chauvy και λοιποί κατά Γαλλίας (Ιουν 2004) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ένα ιστορικό ζήτημα: ο αιτών, δημοσιογράφος και συγγραφέας, είχε συγγράψει ένα βιβλίο, όπου αμφισβητούσε την επίσημη εκδοχή σχετικά με ένα σημαντικό γεγονός της Ιστορίας της γαλλικής Αντίστασης κατά την γερμανική κατοχή, την συνάντηση του Caluire. Στην συνάντηση αυτή ο Κλάους Μπάρμπι, ο λεγόμενος χασάπης της Λυών, είχε συλλάβει δύο από τις κεφαλές του αντιστασιακού κινήματος, τον Ζαν Μουλέν, μεγαλύτερο ήρωα της γαλλικής Αντίστασης, ο οποίος βρήκε τον θάνατο στα χέρια των Γερμανών βασανιστών του, και τον Ρεϋμόν Ωμπράκ, ο οποίος επέζησε του πολέμου. Πολλά στοιχεία σχετικά με το συμβάν παραμένουν στο σκοτάδι και, ιδίως, αν υπήρξε και ποιος ήταν ο προδότης που επέτρεψε την σύλληψη. Ο ίδιος ο Μπάρμπι σε μεταπολεμική διήγησή του κατωνόμασε τον Ωμπράκ ως προδότη, εκδοχή που ο αιτών ρητώς αρνήθηκε, αλλά εν τούτοις άφησε αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία της εκδοχής του Ωμπράκ σχετικά με τα γεγονότα, ιδίως ως προς κάποιες λεπτομέρειές τους. Ο Ωμπράκ αντέδρασε εγκαλώντας τον συγγραφέα και τον εκδοτικό οίκο για δυσφήμηση και δικαιώθηκε στα γαλλικά δικαστήρια. Το ΕΔΔΑ αρχικά διευκρινίζει ορθώς ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελευθερίας της έκφρασης η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας και ότι δεν εναπόκειται στο ίδιο να τάμη τα υποκείμενα ιστορικά ζητήματα, διότι αυτά αποτελούν κομμάτι της διαρκούς συζήτησης μεταξύ των ιστορικών, η οποία διαμορφώνει άποψη σχετικά με παρελθοντικά γεγονότα και σχετικά με την ερμηνεία τους. Συνεχίζοντας όμως, κάνει κατ’ ουσίαν ακριβώς αυτό, όταν επιδοκιμάζει την μεθοδολογία των γαλλικών δικαστηρίων, δηλαδή την αναλυτική παράθεση και σχολιασμό κάθε αποσπάσματος, για να καταλήξη με την παρατήρηση ότι δεν βρίσκει λόγους να αποστή από την κρίση των εθνικών δικαστηρίων. Αν αυτό δεν σημαίνει ότι υφίσταται πλέον μια επίσημη, δικαστηριακά βεβαιωμένη, θωρακισμένη με αμετάκλητη ισχύ ιστορική αλήθεια, τότε τι σημαίνει; Αν δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε διατυπώση την αντίθετη άποψη, διακινδυνεύει την ποινική του καταδίκη, τι σημαίνει; Διερωτώμαι όμως αν θέλουμε ή χρειαζόμαστε μια τέτοιου είδους νωδή ιστορική έρευνα. Διερωτώμαι επίσης αν είναι συμβατή με την ελευθερία της έκφρασης η κατ’ ουσίαν κατοχύρωση από την δικαστική λειτουργία επίσημων ιστορικών αληθειών [δεν αναφέρομαι εδώ στις περιπτώσεις που έχουν κριθή από τις καταγέλαστες αποφάσεις του Ιδεοδικείου σχετικά με το Ολοκαύτωμα. Αυτές είναι απλώς για να γελάμε –και να κλαίμε].

Ιστορική έρευνα λέμε ρε!

Σημειώνω ότι εδώ δεν πρόκειται για πρόβλημα ειδικά της ευρωπαϊκής νομολογίας και παραθέτω το εξής αληθινό παράδειγμα: τα ελληνικά δικαστήρια κλήθηκαν να κρίνουν αν η διάλυση του 316 ΤΕ της Εθνικής Φρουράς κατά τον Αττίλα Ι ωφειλόταν στην ανεπάρκεια του Διοικητή του ή στην συντριπτικά υπέρτερη εχθρική ισχύ. Εδώ ακόμη και η de lege ferenda συρρίκνωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης μόνο σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία πληρούν με την σειρά τους κάποια ειδική υπόσταση (π.χ. βιασμός, ανθρωποκτονία, απάτη), αποκλειομένων εκείνων που συνεπάγονται απλώς κάποιο κοινωνικοηθικό ψόγο ή ούτε καν αυτόν (π.χ. μοιχεία, αγνωμοσύνη, ανάγνωση του συνΙστολογίου), δεν πρόκειται να αποδώση καρπούς, ενόψει στρατιωτικών αδικημάτων όπως η παράλειψη προπαρασκευής, η καθυστέρηση συμμετοχής σε μάχη, η εγκατάλειψη αρχηγίας και η παράλειψη στρατιωτικού καθήκοντος ενώπιον του εχθρού (άρ. 79 επ. ΣΠΚ). Αναμένω όμως, αλλά και απαιτώ από το ΕΔΔΑ να αξιολογή ως υπέρτερη την αναζήτηση της ουσιαστικής ιστορικής αλήθειας, τον ανταγωνισμό των απόψεων στην αγορά των ιδεών, την προστασία του δικαιώματος του πολίτη να πληροφορήται και κάτι άλλο εκτός από κρατικές αλήθειες, παρά να εμμένη σε μια αντίληψη περί τιμής πρωσσικού τύπου.

Η υπόθεση Pfeifer κατά Αυστρίας (Νοε 2007), που κρίθηκε με ψήφους 5-2 (ο Πρόεδρος Λουκαΐδης μειοψήφησε), είναι κατά βάσιν μια υπόθεση αρμοδιότητας του Ιδεοδικείου. Εδώ εξετάστηκαν υπό το πρίσμα του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα κατ’ άρ. 8 ΕΣΔΑ, υπό την έννοια της προστασίας της τιμής και της υπόληψης, δύο αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων που αθώωσαν ένα ακροδεξιό δημοσιογράφο από την κατηγορία της δυσφήμησης. Η ιστορία έχει περίπου ως εξής: ο αιτών ήταν Εβραίος στο θρήσκευμα και ως δημοσιογράφος βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με ένα Καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο Μύνστερ, τον Πφάιφενμπέργκερ, ο οποίος είχε ισχυριστή ότι οι Εβραίοι κήρυξαν πόλεμο στην Γερμανία το 1933 στο άρθρο του “Internationalismus gegen Nationalismus – eine unendliche Todfeindschaft?”. Ακολούθησαν εκατέρωθεν μηνύσεις, ο αιτών αθωώθηκε, ενώ ο καθηγητής αυτοκτόνησε προτού δικαστή με βάση τον Νόμο περί Αντιαυστριακών Ενεργειών περί Απαγορεύσεως του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Η αυτοκτονία του προκάλεσε την έντονη αντίδραση του εκδότη του ακροδεξιού περιοδικού Zur Zeit, ο οποίος κατηγόρησε τον αιτούντα και κάποιους άλλους που του είχαν συμπαρασταθή κατά το διάστημα της αντιδικίας του με τον αποθανόντα καθηγητή ότι αποτελούσαν ένα κυνηγετικό όμιλο (Jagdgesellschaft), ότι ουσιαστικά είχαν αποδυθή δηλαδή σε ένα κυνήγι μαγισσών που είχε καταλήξει στην αυτοκτονία του. Επειδή όποιος βαριέται να ζυμώση, υποβάλλει μηνύσεις, ο αιτών υπέβαλε εναντίον του εκδότη νέα μήνυση για δυσφήμηση και σε λίγο μια δεύτερη ακόμη για τον ίδιο λόγο, με αφορμή ένα μεταγενέστερο δημοσίευμα, όπου η πιο βαρειά φράση που υπήρχε ήταν «ο Πφάιφερ εξαπέλυσε μια δικαστική χιονοστιβάδα κατά του αποθανόντος καθηγητή». Και αυτή είναι όλη η βαρετή κοκκορομαχία. Το ΕΔΔΑ αποφάσισε να ερμηνεύση κατά γράμμα την επίμαχη φράση περί κυνηγετικού ομίλου και να θεωρήση στα σοβαρά ότι ο εκδότης είχε κατηγορήσει κυριολεκτικά τον αιτούντα ότι είχε προκαλέσει αιτιωδώς τον θάνατο του καθηγητή, ότι με άλλα λόγια τον είχε κατηγορήσει στην πραγματικότητα «για πράξεις που ισοδυναμούν με εγκληματική συμπεριφορά». Το ΕΔΔΑ βέβαια δεν κατονομάζει αυτές τις πράξεις με τον νομικό τους χαρακτηρισμό, για να μην γελάσουμε υποθέτω. Στο εξής λοιπόν κάθε χαροκαμμένη μάννα που θα λέη στην μέγαιρα νύφη της «έστειλες το γυιόκα μου στον τάφο με την μουρμούρα σου, μου τον έσκασες!» πρέπει να σκέφτεται ότι διαπράττει δυσφήμηση, γιατί στην πραγματικότητα δεν εξωτερικεύει απλώς την αγανάκτηση και τον πόνο της, αλλά ισχυρίζεται επακριβώς ότι η νύφη διέπραξε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Αλλά, συνεχίζει το ΕΔΔΑ, ακόμη και αν εκληφθή ότι η επίμαχη φράση «μέλος ενός κυνηγετικού ομίλου» δεν είναι ισχυρισμός περί γεγονότος, υποκείμενος σε απόδειξη, αλλά αξιολογική κρίση, και πάλι ελλείπει η επαρκής γεγονοτική θεμελίωση, με άλλα λόγια συνιστά εξύβριση. Το αν η ιδιότητα του μέλους σε ένα μεταφορικό κυνηγετικό όμιλο αποτελεί εξύβριση, κατά τον ίδιο τρόπο που αποτελεί εξύβριση ο χαρακτηρισμός «δικαστές του πέους», το αφήνω στον έμφρονα αναγνώστη να το κρίνη. Αναρωτιέμαι απλώς αν, στην περίπτωση που ο επίμαχος χαρακτηρισμός είχε τυχόν προέλθει από Εβραίο κατευθυνόμενος κατά ακροδεξιού, το ΕΔΔΑ θα είχε επιδείξει την ίδια αξιοζήλευτη προθυμία να προστατεύση την πολύτιμη τιμή και την υπόληψή του.

Η υπόθεση McVicar κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Μαι 2002) είναι μια υπόθεση πολύ χρήσιμη για να μας θυμίζη το πεπερασμένο των δυνατοτήτων του ποινικοδικονομικού μας συστήματος και την ανάγκη να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για το ενδεχόμενο η τυπική αλήθεια που παράγει το σύστημα να είναι απλώς ψεύτικη. Αιτών εν προκειμένω ήταν ένας δημοσιογράφος (και πρώην ληστής!), ο οποίος το 1995 είχε ισχυριστή σε ένα άρθρο του ότι ο δρομέας Λιμφόρδος Κρίστι, υπέρλαμπρος αστήρ τότε του βρετανικού αθλητικού θεάματος και υποψήφιος εθνικός ήρως, φαρμακευόταν (κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει…). Ο Κρίστι, θιγείς από το δημοσίευμα, ενήγαγε τον συγγραφέα (ο οποίος δεν είχε λεφτά ούτε για να πληρώση δικηγόρο!) και οι ένορκοι τον καταδίκασαν με πλειοψηφία 10-2. Το ΕΔΔΑ, προεδρεύοντος του Ροζάκη, συγκατένευσε: η αρχή της ευδικίας τηρήθηκε από το εθνικό δικαστήριο σχολαστικά, αυτοί οι δημοσιογράφοι υπόκεινται σε περιορισμούς και διατυπώσεις, κατά την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασής τους πρέπει επιτέλους να επιδεικνύουν υπευθυνότητα και σεβασμό στην ακριβή υπόληψη του άλλου. Όλα καλά καμωμένα, όλα αγγελικά πλασμένα. Μόνο που ο Λιμφόρδος όντως φαρμακευόταν. Summum ius, summa iniuria, ή αλλιώς: πώς ένας ισχυρός και πλούσιος αθλητής, χαϊδεμένος της κοινής γνώμης και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, πείθει εύκολα τους ενόρκους να τον στηρίξουν και εν συνεχεία καταδικάζει ένα φτωχό και αδύναμο δημοσιογράφο αμφιβόλου ηθικής υπόστασης, που όμως λέει την αλήθεια, βοώντας εν τη ερήμω της τυπικής αλήθειας και του ξηρού γράμματος της ΕΣΔΑ. Auctoritas facit veritatem.

Τρώτε πολλα φρούτα και λαχανικά. Και ναδρολόνη.

Στην υπόθεση Worm κατά Αυστρίας (Αυγ 1997), που κρίθηκε με ψήφους 7-2, θεωρήθηκε ορθή η καταδίκη ενός δημοσιογράφου (που θα μπορούσε να λέγεται και Τέλλογλου), ο οποίος δημοσίευσε ένα άρθρο στο περιοδικό Προφίλ (που θα μπορούσε να λέγεται και Ελευθεροτυπία), σχετικά με τις ποινικές εκκρεμότητες του Hannes Androsch (που θα μπορούσε να λέγεται και Μαντέλης), πρώην Αντικαγκελλαρίου και Υπουργού Οικονομικών (που θα μπορούσε να είναι και πρώην Υπουργός Μεταφορών). Ο εν λόγω είχε ήδη καταδικασθή για ψευδορκία και εκείνο τον καιρό δικαζόταν για φοροδιαφυγή, αδίκημα για το οποίο επίσης καταδικάσθηκε. Και πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθήτε ευλόγως. Το πρόβλημα είναι ότι στην καθωσπρέπει Αυστρία ισχύει το λογοκριτικό αδίκημα της αθέμιτης άσκησης επιρροής σε ποινική δίκη (verbotene Einflußnahme auf ein Strafverfahren). Ο αιτών καταδικάστηκε για αυτό το ψευδέγκλημα και το ΕΔΔΑ έκρινε ότι καλώς καταδικάστηκε ένας δημοσιογράφος που τόλμησε να γράψη το εξής ανήκουστο: «η ροή των κεφαλαίων από και προς τους επτά λογαριασμούς που περιείχαν χρήματα που δεν δηλώθηκαν στην εφορεία δεν επιτρέπει καμία άλλη ερμηνεία παρά ότι ο κ. Μαντέλης Άντρος τα έπαιρνε φοροδιέφευγε». Η καταδίκη, λέει, δικαιολογείτο μάλιστα χάριν της προστασίας της αυθεντίας της δικαστικής λειτουργίας. Πολύ υψηλό κρίνω το τίμημα: η εν λόγω αυθεντία δεν προστατεύεται με τους χωροφυλάκους του Στρασβούργου, προστατεύεται με την εύδικη τιμώρηση των φοροφυγάδων, όσο ψηλά και αν φύωνται. Ας ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν: ο δημοσιογράφος έγραψε την γνώμη του για την δίκη ενός πολιτικού προσώπου, η γνώμη του αυτή συμβαίνει να είναι και γνώμη του δικάσαντος δικαστηρίου, άρα pro veritate habetur, αλλά παρά ταύτα ο δημοσιογράφος εγκλημάτησε! Όχι, δεν θα πάρω.

9 thoughts on “Η ελευθερία της έκφρασης ενώπιον του ΕΔΔΑ ΙΙΙ”

  1. Ωραίος ο ΑΑ!
    Με αφορμή την απόφαση για τον Λιμφόρδο επισημαίνω απλώς ότι το ΕΔΔΑ γενικότερα επιφυλάσσει πολύ καλλίτερη μεταχείριση στις “διασημότητες” (κοινώς celebrities), σε αντίθεση λ.χ. με τους πολιτικούς, που πρέπει – και ορθώς – να αντέχουν το καμίνι της πολιτικής. Αρκεί να αναφέρω εδώ το πρόσφατο κρούσμα (2004) με την Καρολίνα …όλου του κόσμου (του Μονακό, του Αννοβέρου κοκ), όπου το ΕΔΔΑ απέστη από τις θεωρίες περί αυτοέκθεσης και αυτοπροσδιορισμού του ιδιωτικού βίου, κρίνοντας λ.χ. προστατευτέα – από τον αδηφάγο φακό των παπαρατσίων – τα ψώνια της Καρολίνας μετά των τέκνων της. Ποιό είναι, λοιπόν, το σημείο μη ανοχής (intolerance) της δημοσιότητας από μέρους των γκλαμουράτων, μιας δημοσιότητας που οι ίδιοι συνεχώς καλλιεργούν και ανατροφοδοτούν; Κατ’ ουσίαν, το ΕΔΔΑ και εδώ προστάτευσε μία προσφιλή του οικογένεια, τίποτε άλλο. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι το δικηγορικό γραφείο, που χειρίστηκε την υπόθεση ενώπιον του ΕΔΔΑ, μετά την περηφανή νίκη του ανήρτησε στην ιστοσελίδα του τη σχετική είδηση, …συνοδευόμενη από τις επίμαχες φωτογραφίες, αποδεικνύοντας έτσι περίτρανα πόσο μεγάλη βλάβη είχε υποστεί η κακόμοιρη η Καρολίνα!!

    Reply
    • Η αλήθεια ήταν ότι πράγματι τίποτε δεν μπόρεσε να αποδείξη ο Μακβίκαρ εις βάρος του Λιμφόρδου και υπό αυτήν την έννοια η απόφαση ήταν προδιαγεγραμμένη. Εγώ το βλέπω περισσότερο σαν περίπτωση όπου ο ξηρός τύπος πνίγει την ουσία, για να συναισθηματολογήσω λίγο.

      Εδώ η απόφαση της Καρολίνας. Αυτή η απόφαση αφορά την προστασία της προσωπικότητας βέβαια. Δεν ξέρω, είναι δύσκολη η στάθμιση.

      Reply
      • Πρόκειται ειδικότερα για προστασία του ιδιωτικού βίου. Είναι μεν δύσκολη η στάθμιση, αλλά σε σχέση με τους πολιτικούς τίθενται “διπλά μέτρα και σταθμά”.

        Reply
  2. Αθανάσιε,

    Σε σχέση με την “μετριοπάθεια και κοσμιότητα” στην περίπτωση Λεπέν που εξετάζεις, και την οποία μάλλον κρίνεις αχρείαστη (άγνωστο γιατί – δεν εξηγείς):

    Άραγε, δεν ήταν σωστή η συγκεκριμένη απόφαση; Δεν εκφράζει δηλαδή η συγκεκριμένη απόφαση, το περί δικαίου αίσθημα ως προς τα όρια ελευθερίας της έκφρασης; Δεν είναι άραγε πολύ σοβαρά αιτήματα η κοσμιότητα και η μετριοπάθεια κατά την έκφραση απόψεων και την ανταλλαγή επιχειρημάτων σε έναν διάλογο και δη πολιτικό, είτε αυτός εκφράζεται ως διαβούλευση είτε πραγματώνεται και με μυθιστορήματα και άρθρα στη λιμπερασιόν; Δεν αποτελούν τα αιτήματα αυτά εγγενείς περιορισμούς της ελευθερίας έκφρασης που δεν απομειώνουν τον πυρήνα του εν λόγω ατομικού δικαιώματος (αλλά αντίθετα το συστοιχίζουν με άλλα δικαιώματα, όπως λ.χ. αυτό του σεβασμού στην αξιοπρέπεια του άλλου;)

    Αναρωτιέμαι τα παραπάνω, και για τον εξής λόγο:

    Γιατί χθες, είχα διάλογο στα σχόλια δικού μου περί Παγκάλου Post στην Αναμόρφωση με κάποιον που χαρακτήρισε -ατυχώς εν τη ρύμη του λόγου του και μάλλον όχι κακοπροαίρετα- άλλον συνομιλητή ως “ηλίθιο”. Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκα γι’ αυτό. Και άλλοι, όμως, πολλοί (10 εναντίον 1, όπως βλέπω αν τα στοιχεία είναι αληθή) “κύρωσαν” το σχόλιό του με τον επίμαχο χαρακτηρισμό “μη ποιοτικό” (και αυτή τη στιγμή, είναι όπως βλέπω hidden due to low rating).

    Η απάντηση του ίδιου του μη-μετριοπαθούς συνομιλητή, του οποίου η συμπεριφορά επέσυρε την εν λόγω “κύρωση”, ήταν η εξής: “…η ελεύθερη έκφραση είναι μέρος του διαλόγου και αντίστροφα ο διάλογος έχει ως ένα του ζητούμενο την ελεύθερη έκφραση. Ο Σεβασμός στο συνομιλητή είναι αυτονόητος. Οι χαρακτηρισμοί, δε μειώνουν κανέναν. Ο μόνος που μειώνεται είναι η αλήθεια! όταν δε παραθέτονται σωστά στοιχεία.”

    1. Συμφωνείς με την επιχειρηματολογία αυτή (η οποία μου θυμίζει εν πολλοίς την δική σου;)
    2. Πώς εξηγείς, τότε, την άμεση (μέσα σε λίγες μόλις ώρες) “κύρωση” κατά του εν λόγω σχολιαστή από τους αναγνώστες της Αναμόρφωσης;
    3. Αν ήσουν το ΕΔΔΑ και έκρινες το πραγματικό της υπόθεσης που μόλις περιέγραψα, πώς θα αποφάσιζες;

    υγ. Καλή η θεωρία, αλλά πρέπει να συμβαδίζει με όσα μας διδάσκει η πράξη. Και μάλιστα, μέσα στο ίδιο το blogoσπιτό μας, την Αναμόρφωση…

    Reply
  3. ΚΤ,

    “Δεν είναι άραγε πολύ σοβαρά αιτήματα η κοσμιότητα και η μετριοπάθεια κατά την έκφραση απόψεων”

    Πολύ σοβαρά, όχι δικαϊκά αιτήματα όμως. Η κοσμιότητα και η μετριοπάθεια είναι κλασσικά παραδείγματα ευγένειας, ενός δηλαδή εξωδικαϊκού κανονιστικού συστήματος.

    “Δεν αποτελούν τα αιτήματα αυτά εγγενείς περιορισμούς της ελευθερίας έκφρασης”

    Το θέμα της απόφασης ήταν η προσβολή της τιμής, αυτά τα περί κοσμιότητας ήταν obiter σαχλαμαροdicta.

    “με κάποιον που χαρακτήρισε -ατυχώς εν τη ρύμη του λόγου του και μάλλον όχι κακοπροαίρετα- άλλον συνομιλητή ως “ηλίθιο””

    Φαντάσου να ήταν κακοπροαίρετος.

    “πολλοί (10 εναντίον 1, όπως βλέπω αν τα στοιχεία είναι αληθή) ”κύρωσαν” το σχόλιό του με τον επίμαχο χαρακτηρισμό “μη ποιοτικό””

    Ενώ θα έπρεπε να του δώσουν παράσημο;

    “Συμφωνείς με την επιχειρηματολογία αυτή (η οποία μου θυμίζει εν πολλοίς την δική σου;)”

    Με τους θαυμαστές σου ασχολήσου εσύ, εγώ όπως είδες απαξιώ.

    “Πώς εξηγείς, τότε, την άμεση (μέσα σε λίγες μόλις ώρες) “κύρωση” κατά του εν λόγω σχολιαστή από τους αναγνώστες της Αναμόρφωσης;”

    Συγχέεις δύο επίπεδα: την ας πούμε κύρωση που επιβάλλεται στο οριζόντιο επίπεδο, μεταξύ πολιτών, με την αληθινή και κυριολεκτική κύρωση που επιβάλλεται στον κατακόρυφο άξονα κράτους-πολίτη. Έτερον εκάτερον, άλλοι κανόνες ισχύουν για το ένα και άλλοι για το άλλο. Εγώ αναφέρομαι στον δεύτερο.

    “Αν ήσουν το ΕΔΔΑ και έκρινες το πραγματικό της υπόθεσης που μόλις περιέγραψα, πώς θα αποφάσιζες;”

    Είμαι κατά της εγκληματοποίησης της εξύβρισης ούτως ή άλλως.

    Reply
  4. Δεν βλέπω να απαντάς ουσιαστικά στα ερωτήματα που θέτω. Όμως, ξέρεις καλά, ότι και η μη-απάντηση συνιστά ενίοτε εύγλωττη απάντηση.

    Είπες: ” Πολύ σοβαρά, όχι δικαϊκά αιτήματα όμως. Η κοσμιότητα και η μετριοπάθεια είναι κλασσικά παραδείγματα ευγένειας, ενός δηλαδή εξωδικαϊκού κανονιστικού συστήματος.”

    Θυμίζω, ότι οι εξωδικαιϊκοί κανόνες τρέπονται σε δικαιϊκούς κανόνες μέσω ρητρών. Τέτοια ρήτρα συνιστούν λ.χ. τα χρηστά ήθη. Η μετριοπάθεια στον διάλογο, δύναται κάλλιστα να τρέπεται σε κανόνα δικαίου και να εγκαταλείπει το status που της αναγνωρίζεις. Τσιτάρω ενδεικτικά Γεωργιάδη (Γενικές Αρχες, 1997, σ.6) για όσους ενδιαφέρονται: “Μερικές φορές το δίκαιο για να συμπληρώσει τους κανόνες του, παραπέμπει ρητώς στα παραγγέλματα της ηθικής, τα οποία έτσι μεταβάλλονται σε (δευτερογενείς) κανόνες δικαίου και συνεπώς μπορεί να επιβληθεί η τήρηση τους. Για παράδειγμα, υπάρχουν διατάξεις νόμων που παραπέμπουν ρητώς στα χρηστά ήθη. Με αυτόν τον τρόπο τα χρηστά ήθη, που δεν είναι τίποτε άλλο από κανόνες της ηθικής, αποκτούν ισχύ νόμου και άρα την υποχρεωτικότητα και τη δυνατότητα επιβολής της τήρησής τους, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τους κανόνες δικαίου (…)”

    Σε κάθε περίπτωση, εγώ δεν χρειάζομαι τα χρηστά ήθη καθόλου. Μίλησα για εγγενείς περιορισμούς του δικαιώματος.

    Είπες: “Το θέμα της απόφασης ήταν η προσβολή της τιμής, αυτά τα περί κοσμιότητας ήταν obiter σαχλαμαροdicta.”

    Αν και “obiter σαχλαμαροdicta” όμως, βλέπω ότι τα υπογράμμισες και τα μαυροσκίασες Αθανάσιε. Και καλώς έκανες, ακόμη και αν δεν το κατάλαβες. Γιατί σε αυτά κρυβόταν η ουσία…

    Είπες: “Φαντάσου να ήταν κακοπροαίρετος.”

    Μπορεί και να ήταν κακοπροαίρετος ο συνομιλητής. Αυτό είναι αδιάφορο.

    Ρώτησες: “Ενώ θα έπρεπε να του δώσουν παράσημο;”

    Όχι, παράσημο δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να του δώσουν. Όμως, φοβάμαι ότι αυτό το υποστηρίζω εγώ (για να μην μπερδευόμαστε). Εσύ, υποστηρίζεις μάλλον ότι “δεν έκανε δα και κάτι τόσο κακό” – αν τουλάχιστον θέλεις να παραμείνεις συνεπής σε όσα μέχρι τώρα υποστηρίζεις για την ελευθερία της έκφρασης.

    Είπες: “Με τους θαυμαστές σου ασχολήσου εσύ, εγώ όπως είδες απαξιώ”.

    Δεν έχω θαυμαστές. Αν όμως είχα, επειδή “ο θαυμαστής του θαυμαστή του Αθανασίου είναι και θαυμαστής του Αθανασίου” και εγώ διατελώ χρόνια θαυμαστής σου, θα όφειλες τελικά αντί να υπεκφεύγεις, να ασχοληθείς με την περίπτωση.

    Είπες: “Συγχέεις δύο επίπεδα: την ας πούμε κύρωση που επιβάλλεται στο οριζόντιο επίπεδο, μεταξύ πολιτών, με την αληθινή και κυριολεκτική κύρωση που επιβάλλεται στον κατακόρυφο άξονα κράτους-πολίτη. Έτερον εκάτερον, άλλοι κανόνες ισχύουν για το ένα και άλλοι για το άλλο. Εγώ αναφέρομαι στον δεύτερο.”

    Άσε τους άξονες γιατί δεν κάνουμε εδώ στερεομετρία και μπερδεύομαι. Δεν υπάρχουν εδώ άξονες και επίπεδα, υπάρχει απλώς ενιαίο και πανταχού παρόν “περί δικαίου αίσθημα” που εκδηλώνεται στο μηχανισμό like-dislike σχολίων που έχουμε στο blog. Εγώ σε ρωτώ: Γιατί ενώ βλέπεις το συγκεκριμένο αίσθημα να εκδηλώνεται καθαρά στην πρακτική καθημερινότητά σου, το παραβλέπεις απολύτως ή το υποτιμάς στους θεωρητικούς σου στοχασμούς;

    Δήλωσες: “Είμαι κατά της εγκληματοποίησης της εξύβρισης ούτως ή άλλως.”

    Ουδείς μίλησε για έγκλημα. Θα μπορούσαμε, όντως, να έχουμε μια άλλη παράβαση. Δεν είναι κακό όμως που έχουμε έγκλημα, τελικώς…

    Γιατί πολλοί δεν έχουν πάρει χαμπάρι ότι πίσω από την ελευθερία της έκφρασης δεν κρύβεται το δόγμα η “έκφραση για την έκφραση” αλλά το πολύ σημαντικότερο δόγμα η έκφραση για την επικοινωνία”!

    Reply
  5. Όχι, αυτό το τελευταίο είναι συνεπειοκρατικό και δεν το δέχομαι. Αν δηλαδή δεν υπάρχει δέκτης, δεν προστατεύεται η έκφραση;

    υπάρχει απλώς ενιαίο και πανταχού παρόν “περί δικαίου αίσθημα”

    Καλά, αφού σου αρέσουν οι παραπομπές, θυμήσου, γιατί τον έχεις διαβάσει βέβαια, και τον φίλο σου τον Σταμάτη, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, σελ. 195 επ. στην ζ΄ έκδοση.

    Reply
  6. Ρωτάς: “Αν δηλαδή δεν υπάρχει δέκτης, δεν προστατεύεται η έκφραση;”

    Φοβάμαι ότι συγχέεις άτοπα την ελευθερία διαμόρφωσης γνώμης με την ελευθερία έκφρασης (γνώμης).

    Γιατι, αν δεν υπάρχουν άλλοι πλην του εκφραζομένου, τότε από ποιόν και έναντι τίνος να προστατευθεί Αθανάσιε η ελευθερία έκφρασης; Έκφραση σημαίνει εξωτερίκευση, κίνηση προς έτερον. Η έκφραση απαιτεί, εννοιολογικώς, ανθρώπινες σχέσεις. Ας προσέχουμε που και που τις ίδιες τις λέξεις…

    Γενικότερα, αν δεν υπάρχει δέκτης μάλλον δεν υπάρχει καν Δίκαιο (και δικαιώματα). Συμφωνεί εδώ και ο Γεωργιάδης (σ. 2): “Δίκαιος ή άδικος είναι μόνον ο άνθρωπος που ζει στην κοινωνία”.

    υγ. Διαβάζω Σταμάτη, εκεί όπου με παρέπεμψες. Ο Καθηγητής εκφράζει εύλογες ενστάσεις ως προς τον ακριβή καθορισμό του περί δικαίου αισθήματος. Συμμερίζομαι αρκετές από αυτές. Όμως, νομίζω ότι και εκείνου ο προβληματισμός αφορά οριακές περιπτώσεις. Στις περιπτώσεις που συζητάμε εδώ, είναι εντελώς ξεκάθαρα τα πράγματα: Όλοι ή τελοσπάντων η συντριπτική πλειονότητα όσων μετέχουν σε έναν διάλογο θέλουν όταν εμπλέκονται σε μια συζήτηση να μην υβρίζονται, να μην λοιδορούνται, να μην γιουχαϊζονται. Όλοι κρίνουν δίκαιη την μετριοπάθεια και την κοσμιόττα στον διάλογο και κυρώνουν-τιμωρούν τους παραβάτες. Έχεις αντίρρηση σε αυτό; Γιατί;

    Σε τέτοιες ξεκάθαρες περιπτώσεις, όποιος αρνείται το περί δικαίου αίσθημα, φοβάμαι ότι κλείνει τα μάτια του στην πραγματικότητα, ανοίγοντας χωρίς να πρέπει, διάπλατα τα αυτιά του σε πολιτικές Σειρήνες.

    Reply
  7. Γιατι, αν δεν υπάρχουν άλλοι πλην του εκφραζομένου, τότε από ποιόν και έναντι τίνος να προστατευθεί Αθανάσιε η ελευθερία έκφρασης; Έκφραση σημαίνει εξωτερίκευση, κίνηση προς έτερον. Η έκφραση απαιτεί, εννοιολογικώς, ανθρώπινες σχέσεις.

    Δηλαδή αν ο περί ου ο λόγος συγγραφέας έγραφε το βιβλίο του και το έβαζε στο συρτάρι του δεν θα είχαμε τάχα συνταγματικώς προστατευόμενη έκφραση;

    Ο Καθηγητής εκφράζει εύλογες ενστάσεις ως προς τον ακριβή καθορισμό του περί δικαίου αισθήματος. Συμμερίζομαι αρκετές από αυτές. Όμως, νομίζω ότι και εκείνου ο προβληματισμός αφορά οριακές περιπτώσεις

    Καλά, δεν τα θυμάσαι καλά. Διάβασε τις σελ. 204 επ. και πες μου τι οριακό βρίσκεις εκεί πέρα.

    Όλοι κρίνουν δίκαιη την μετριοπάθεια και την κοσμιόττα στον διάλογο και κυρώνουν-τιμωρούν τους παραβάτες. Έχεις αντίρρηση σε αυτό; Γιατί;

    Το ίδιο και με όσους δεν πλένουν τα δόντια τους, με συνέπεια να βρομάη η αναπνοή τους. Αλλά δεν είναι δουλειά του νόμου αυτά. Ούτε μπορούν να γίνουν.

    Reply

Leave a Comment