Η ελευθερία της έκφρασης ενώπιον του ΕΔΔΑ V

Στο σημερινό επεισόδιο ασχολούμαι με κάποιες αποφάσεις σχετικές με την δημοσιογραφική ελευθερία της έκφρασης, το παθητικό δικαίωμα πληροφόρησης και την διαφήμιση ως ελεύθερη έκφραση.

Στην υπόθεση Roemen και Schmit κατά Λουξεμβούργου (Φεβ 2003) το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ευρύτατες δυνατότητες στους δημοσιογράφους να μην αποκαλύπτουν τις πηγές τους. Ειδικώτερα, έκρινε ότι παραβίαζε την δημοσιογραφική ελευθερία του αιτούντος η κατ’ οίκον έρευνα που έγινε για να διακριβωθή ποιος ήταν ο υπεύθυνος για μία παραβίαση απορρήτου, βάσει της οποίας ο αιτών δημοσίευσε ένα, κατά περιεχόμενο αληθές, άρθρο σχετικά με τις φορολογικές παραβάσεις ενός υπουργού. Η έρευνα δηλαδή βασιζόταν σε μια εγκληματική πράξη, μια παραβίαση απορρήτου. Ευσεβάστως διαφωνώ: δεν υπάρχει τίποτε το ιερό ως προς το γραφείο ενός δημοσιογράφου ούτε όποιος δημοσιογραφεί διεκδικεί και επιτυγχάνει άσυλο των ελαφρών έστω παρανομιών. Οι δημοσιογράφοι δεν είναι δημόσιοι λειτουργοί, δεν έχουν ανώτερο δικονομικό στάτους και η περίφημη προστασία των πηγών τους πρέπει να ανήκη στην σφαίρα των επαγγελματικών τους ηθών και μόνο (αλλά κάποιοι μάλλον βλέπουν μόνο το δόλωμα). Ούτε είναι δυνατόν να απαιτούμε από τον αστυνομικό να αποκαλύπτη την πηγή των πληροφοριών του, αλλά να συγχωρούμε την απόκρυψη στον δημοσιογράφο: πώς θα μπορέση ο κατηγορούμενος να ελέγξη την αξιοπιστία της πηγής, να υποβάλη ερωτήσεις, γενικώς να ασκήση τα υπερασπιστικά του δικαιώματα; Παρ’ ημίν ήδη το άρ. 8 παρ. 3 π.δ. 77/2003 ορίζει ότι

Ο δημοσιογράφος δικαιούται να μην αποκαλύπτει την πηγή της πληροφορίας, που εξασφάλισε με συμφωνία ή εν γένει υπό συνθήκες εχεμύθειας

Το προεδρικό διάταγμα, ως κατώτερη πηγή δικαίου, δεν υπερισχύει φυσικά του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προβλέπει υποχρέωση μαρτυρίας, στο άρ. 224 ΚΠΔ:

1. Ο μάρτυρας πρέπει να αποκαλύπτει πώς έμαθε όσα καταθέτει. Αν πρόκειται για γεγονότα που άκουσε από άλλους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να κατονομάζει ταυτόχρονα και εκείνους από τους οποίους τα άκουσε. 2. Aν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεση του δεν λαμβάνεται υπόψη

Αλλά η συντεχνία θα ικανοποιήθηκε ασφαλώς.

Η υπόθεση Κυδώνης κατά Ελλάδος (Απρ 2009) εντάσσεται σε μια σειρά από καταδικαστικές αποφάσεις κατά της Ελλάδας για υποθέσεις ελευθερίας της έκφρασης που δημιούργησαν αίσθηση τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτή όμως μάλλον κακώς. Αιτών ήταν ένας Χίος δημοσιογράφος, ο οποίος είχε καταδικαστή επί δυσφημήσει λόγω ενός άρθρου στην εφημερίδα του, όπου καταφερόταν κατά ενός τοπικού βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Τα πραγματικά περιστατικά δεν έχουν όμως απολύτως καμία σημασία, διότι το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελλάδα απλώς και μόνο επειδή στον αιτούντα επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας, έστω και μετατρέψιμη σε χρηματική: «La Cour considère qu’une peine de prison infligée pour une infraction commise dans le domaine de la presse n’est compatible avec la liberté d’expression journalistique, garantie par l’article 10 de la Convention, que dans des circonstances exceptionnelles, notamment lorsque d’autres droits fondamentaux ont été gravement atteints, comme dans l’hypothèse, par exemple, de la diffusion d’un discours de haine ou d’incitation à la violence». Θεώρησε δηλαδή το ΕΔΔΑ ότι οι δημοσιογράφοι ανήκουν σε κάποια φυλή υπερανθρώπων, που πρέπει να κρίνωνται με μέτρα διαφορετικά από τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς και να μην απειλήται κατ’ αυτών ούτε θεωρητικώς ποινή στερητική της ελευθερίας για δυσφήμηση. Ασφαλώς το ΕΔΔΑ γνωρίζει ότι κανείς δεν κρατείται στις ελληνικές φυλακές για δυσφήμηση και ότι της μετατροπής συνηθέστατα προηγείται η αναστολή της ποινής, δηλαδή ένα ποινολογικό τίποτε, διότι μετατροπή πρακτικά σημαίνει είτε ότι ο καταδικασθείς ερημοδίκησε είτε ότι το έχει ξανακάνει. Ούτε πείθει το επιχείρημα ότι σε περίπτωση μη καταβολής της μετατραπείσας ποινής αναβιώνει η ποινή της φυλάκισης, διότι το αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν επιβάλλεται απευθείας χρηματική ποινή: αν ο καταδικασθείς δεν την καταβάλη, μετατρέπεται σε στερητική της ελευθερίας. Εφόσον όμως το ΕΔΔΑ έχει κρίνει επανειλημμένως περιπτώσεις όπου επεβλήθη χρηματική ποινή για το έγκλημα της δυσφήμησης, χωρίς να θεωρήση αντικείμενο στην ΕΣΔΑ το γεγονός αυτό [π.χ. Urbino Rodrigues κατά Πορτογαλίας (Νοε 2005): 180.000 εσκούδα, μετατρεπόμενα σε περίπτωση μη καταβολής σε 120 ημέρες φυλακίσεως, Scharsach and News Verlagsgesellschaft mbH κατά Αυστρίας (Νοε 2003): 60.000 σελίνια, μετατρέψιμα σε 20 ημέρες φυλάκιση], έπεται ότι η μονόπλευρη εμμονή του με την πρωτογενή ποινή φυλακίσεως είναι εξαιρετικά τυπολατρική. Πολύ περισσότερο όταν έχουν κριθή και περιπτώσεις επιβολής ποινής φυλακίσεως κατά δημοσιογράφων για το αδίκημα της δυσφήμησης, όπως π.χ. με την απόφαση Stângu et Scutelnicu κατά Ρουμανίας (Ιαν 2006): φυλάκιση ενός έτους με αναστολή, χωρίς και πάλι να θεωρηθή ότι αντιστρατεύεται την ΕΣΔΑ η επιβολή ποινής φυλακίσεως σε παρόμοια περίπτωση. Μόλις πέντε μήνες πριν από την σχολιαζόμενη απόφαση μάλιστα, το ίδιο τμήμα του ΕΔΔΑ στην απόφαση Mahmudov and Agazade κατά Αζερμπαϊτζάν (Δεκ 08), δικάζοντας με όμοια σύνθεση κατά τα 6/7, απεφάνθη ότι η ποινή φυλακίσεως 5 μηνών που επεβλήθη στους αιτούντες δημοσιογράφους (και δεν εκτελέστηκε) ήταν μεν δυσανάλογη, αλλά όχι γενικώς, αλλά αποκλειστικά και μόνο ενόψει της συγκεκριμένης περίπτωσης. Προσωπικά δεν διαφωνώ γενικά με την κατάργηση της, έστω θεωρητικής, ποινής φυλάκισης για τα εγκλήματα κατά της τιμής. Διαφωνώ όμως αφενός με την προνομιακή μεταχείριση, είτε ειδικώς των δημοσιογράφων είτε οποιασδήποτε άλλης κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας, αφετέρου δε με μια ασυνεπή και μη συνεκτική νομολογία, που αλλού πατά και αλλού βρίσκεται.

Στην υπόθεση Khurshid Mustafa and Tarzibachi κατά Σουηδίας (Δεκ 2008) οι αιτούντες ήταν Ιρακινοί μετανάστες, οι οποίοι είχαν μισθώσει ένα διαμέρισμα σε ένα προάστιο της Στοκχόλμης. Το μισθωτήριο που υπέγραψαν προέβλεπε ρητώς ότι απαγορεύεται η εγκατάσταση εξωτερικών κεραιών στην πρόσοψη του κτηρίου χωρίς άδεια του εκμισθωτή. Παρά ταύτα, επί τέσσερα έτη οι αιτούντες χρησιμοποιούσαν μια κεραία δορυφορικής λήψης, για να παρακολουθούν προγράμματα της πατρίδας τους. Όταν όμως ο νέος ιδιοκτήτης τούς ζήτησε να σταματήσουν, εκείνοι αρνήθηκαν. Αμέσως μετά, τους έγινε έξωση λόγω της αντισυμβατικής τους συμπεριφοράς. Οι αιτούντες εγκατέστησαν τότε ένα πτυσσόμενο δορυφορικό πιάτο σε αντικατάσταση της προηγούμενης μόνιμης κατασκευής, αλλά και πάλι ο εκμισθωτής δεν ικανοποιήθηκε. Τους πρότεινε να απομακρύνουν και το νέο πιάτο με αντάλλαγμα να μην προχωρήση η έξωση, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν. Τελικά, μετακόμισαν σε άλλο προάστιο. Το ΕΔΔΑ έκρινε όμως ότι υπήρξε παραβίαση στο δικαίωμα παθητικής ελευθερίας της έκφρασης των αιτούντων, στο δικαίωμά τους δηλαδή να λαμβάνουν πληροφορίες. Ούτε λίγο ούτε πολύ, όχι μόνο αποδέχθηκε χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό ότι το δικαίωμα των αιτούντων τριτενεργούσε αμέσως, αλλά και ότι ο κρίσιμος όρος του μισθωτηρίου συμφωνητικού αντέκειτο στην ΕΣΔΑ. Καμία όμως από αυτές τις δύο παραδοχές δεν είναι ορθή: ούτε ο αντισυμβαλλόμενος εκμισθωτής βρισκόταν έναντι των αιτούντων σε κάποια εξουσιαστική σχέση ούτε ο εν λόγω όρος ήταν δυσανάλογος ή καταχρηστικός. Και εν πάση περιπτώσει, από την διάταξη του άρ. 10 παρ. 1 ΕΣΔΑ «Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα εις τηv ελευθερίαv εκφράσεως. Τo δικαίωµα τoύτo περιλαµβάvει τηv ελευθερίαv γvώµης ως και τηv ελευθερίαv λήψεως ή µεταδόσεως πληρoφoριώv ή ιδεώv, άvευ επεµβάσεως δηµoσίωv αρχώv και ασχέτως συvόρωv» δεν μπορεί να συναχθή η πρόταση «Είναι άκυρη κάθε διάταξη μισθωτηρίου συμφωνητικού που απαγορεύει την χρήση δορυφορικών κεραιών στην πρόσοψη του κτηρίου, όταν οι μισθωτές είναι μετανάστες», παρά μόνο με ένα τεράστιο επιχειρηματολογικό άλμα, που, όπως κάθε άλμα, προϋποθέτει κυρίως μια σχετική απόφαση, όχι κρίση.

Είναι καλά παιδιά πάντως.
Η υπόθεση Társaság a Szabadságjogokért κατά Ουγγαρίας (Απρ 2009) ήταν μια υπόθεση προσωπικών δεδομένων, αλλά όχι μόνο. Προσωπικα δεν έχω σε μεγάλη υπόληψη τους δεδομενολόγους και την ανακατωσούρα που μας έχουν φέρει με την πολυλογία και την πολυπραγμοσύνη τους, αλλά εδώ το ζήτημα έχει ενδιαφέρον. Ένας βουλευτής άσκησε συνταγματική προσφυγή ενώπιον του ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και η αιτούσα ένωση προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων ζήτησε να ενημερωθή για το ακριβές περιεχόμενο της προσφυγής. Προσοχή: όχι της απόφασης του δικαστηρίου, αλλά του εγγράφου της προσφυγής, που δεν ήταν δημόσιο έγγραφο, αλλά είχε ως εκδότη τον βουλευτή. Ζήτησε δηλαδή να επεξεργαστή προσωπικά δεδομένων τρίτων, και μάλιστα δυνάμει ευαίσθητα δεδομένα, καθώς πιθανόν να αναφέρονταν στα πολιτικά φρονήματα του υποκειμένου τους, διαρθρωμένα σε αρχείο, επεμβαίνοντας σε αυτό, χωρίς την προηγούμενη ενημερωμένη συγκατάθεση του υποκειμένου τους. Τα δικαστήρια φυσικά αρνήθηκαν να της επιτρέψουν την πρόσβαση σε δικογραφία όπου δεν ήταν διάδικο μέρος, ακόμη και μετά την απόρριψη της συνταγματικής προσφυγής και την δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τάχα παραβιάστηκε η παθητική ελευθερία πληροφόρησης της ένωσης, διότι οι αρχές δήθεν της λογόκριναν την συγκέντρωση πληροφοριών, άλλωστε κάθε ΜΚΟ είναι καλή και αγία και λειτουργεί ως δημόσιο μαντρόσκυλο. Δεν μας είπε όμως το ΕΔΔΑ αν ο βουλευτής επιθυμούσε η προσφυγή που είχε απευθύνει αποκλειστικά προς ένα δημόσιο όργανο να κοινοποιηθή σε τρίτους: η ζητούμενη πληροφορία δεν ανήκε στο κράτος, ανήκε στον ίδιο. Πάντως μετά από αυτήν την απόφαση θεωρώ ότι το ΕΔΔΑ θα είναι πρόθυμο να με ενημερώνη (και θα μου επιτρέπη να παίρνω αντίγραφα) για το περιεχόμενο κάθε προσφυγής που κατατίθεται ενώπιόν του, αφού είμαι και γω η στοιχειώδης ΜΚΟ, η ΜΚΟ του ενός: ένας πολίτης.

Η υπόθεση Hachette Filipacchi Presse Automobile et Dupuy κατά Γαλλίας (Μαρ 2009) έκρινε επί των εξής πραγματικών περιστατικών: ένα γαλλικό περιοδικό αυτοκινήτων είχε δημοσιεύσει ανταπόκριση από την νίκη του Σουμάχερ στον αγώνα της Φόρμουλας 1 στην Αυστραλία. Στην σχετική είδηση περιελήφθη και η κλασσική φωτογραφία του νικητή να πανηγυρίζη στο βάθρο. Πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθήτε. Η στολή του Σουμάχερ ήταν εγκληματική. Και ήταν εγκληματική επειδή έφερε διαφημίσεις τσιγάρων. Η γαλλική Εθνική Επιτροπή κατά του Καπνίσματος (αν δεν ήταν Εθνική, τι άλλο θα ήταν) έσυρε τους υπευθύνους του περιοδικού στα δικαστήρια για το ψευδέγκλημα της έμμεσης διαφήμισης προϊόντων καπνού και τους καταδίκασε σε χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Και το ΕΔΔΑ συγκατένευσε: ο περιορισμός στην διαφήμιση των προϊόντων καπνού συνιστά, λέει, ουσιώδη άξονα της παγκόσμιας στρατηγικής εναντίον της κοινωνικής μάστιγας του καπνίσματος. Οι αιτούντες, που τόλμησαν να τα βάλουν με την δημόσια υγεία, θα έπρεπε να έχουν βάλει μωσαϊκό στα επίμαχα σημεία, αφού ήταν τόσο εύκολο, πραγματικά, γιατί δεν αυτολογοκρίθηκαν, δεν μπορώ να καταλάβω (τα αυτά κρίθηκαν την ίδια ημέρα από την ίδια σύνθεση και στην δίδυμη απόφαση Société de Conception de Presse et d’Edition et Ponson κατά Γαλλίας).
Αλλά για την Καπναπαγόρευση θα γράψω κάποια άλλη στιγμή.

Εγκληματική εικόνα.

10 thoughts on “Η ελευθερία της έκφρασης ενώπιον του ΕΔΔΑ V”

  1. Πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό. Δεν θα τολμήσω να αποφανθώ επί της νομικής διαστάσεως του θέματος, έχω όμως μια απορία:
    Πώς ορίζεται ο “δημοσιογράφος” ώστε να ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί που εν τέλει έχουν ασυλία? Αν δηλαδή εγώ ιδρύσω μια εφημερίδα και την πω “η εφημερίδα της γειτονιάς μου” και κυκλοφορεί σε 10 αντίτυπα (έστω και σε 100) και αρθογραφώ μοναχή μου, μπορώ να γράφω ό,τι μου κατέβει και να μην αποκαλύπτω πηγές?

    Reply
    • Δεν ξέρω να σου πω ποιος είναι δημοσιογράφος, ξέρω μόνο να σου πω τι είναι “τύπος”:

      Τύπος και έντυπον επί των οποίων εφαρμόζονται αι διατάξεις του νόμου τούτου, είναι παν ό,τι εκ τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου, παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοσιν χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων μετά ή άνευ σημειώσεων, ή μουσικών έργων μετά κειμένου ή επεξεγήσεων, ή φωνογραφικών πλακών.

      Αναγκαστικός νόμος 1092/1938 παρακαλώ!

      Reply
      • Όπερ μεθερμηνευόμενον δηλοί ότι αν γράφω στο ιντερνέτον, δεν γράφω στον τύπο, άρα δεν είμαι δημοσιογράφος, άρα δεν έχω ασυλία, σωστά?
        Ενώ αν γράφω στον “Κήρυκα της Κάτω Μουσουνίτσας” προφανώς έχω ασυλία. Ενδιαφέρον.

        Reply
        • Κατά μία άποψη, και στο διαδίκτυο εφαρμόζεται αναλογικά ο εν λόγω νόμος, όπως επίσης και η συνταγματική εγγύηση της παρ. 2 του άρθρ. 14 του Συντάγματος:
          “Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται.”
          Το τελευταίο πολύ με εκφράζει, μόνον που υπάρχουν αντίθετες απόψεις (περί δήθεν εφαρμογής εν προκειμένω του “ελευθεριοκτόνου” άρθρ. 15 του Συντάγματος, κ.ά).

          Reply
          • Η άλλη προφανής και ορθή λύση είναι βέβαια να μην εφαρμόζεται ούτε η νομοθεσία περί τύπου, που δεν είναι παντα προστατευτική, ίσα ίσα, ούτε φυσικά το, άσχετο, άρ. 15 Συντ.

            Reply
    • …ανεκδιήγητο soft law!
      Πάντως για την προστασία του α.ν. δεν θα ήμουν τόσο απόλυτος. Υπάρχει και ζήτημα ίσης μεταχείρισης μεταξύ αυτών που γράφουν σε ένα έντυπο και αυτών που γράφουν στο διαδίκτυο, και αντιστοίχως αυτων που θίγονται από τα γραφόμενα στη μία και την άλλη περίπτωση. Είναι μεγάλο το θέμα…

      Reply
  2. Αγαπητέ ΑΑ, τώρα που σε διάβασα αναλυτικότερα, δυο παρατηρησούλες:
    1. Η υπόθεση Κυδώνης έχει προηγούμενο την περίφημη Κατράμης κατά Ελλάδος. Εκεί τέθηκαν τα θεμέλια για την διάκριση μεταξύ ποινικής και αστικής καταδίκης. Τα dictum αυτά του ΕΔΔΑ με βρίσκουν σύμφωνο στον βαθμό που – όπως επισημαίνεις κι εσύ – δεν ισχύουν μόνον για τους δημοσιογράφους. Έχω δε την εντύπωση – τουλάχιστον όπως διαβάζω την Κατράμης – ότι το ΕΔΔΑ μάλλον θα επεξέτεινε τη σχετική ευεργετική νομολογία και σε μη δημοσιογράφους. Επομένως, εδώ ίσως λίγο αδικείς.

    2. Με την απόφαση Khursid Mustafa θίγεις ένα πολύ σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα: και η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ εντάσσεται σε μία γενικότερη ίσως τάση του δικαστηρίου να επιβάλλει τη σύμφωνη με τις επιταγές της ΕΣΔΑ ερμηνεία των δικαιοπραξιών. Προσωπικά είμαι αρκετά επιφυλακτικός απέναντι στην τάση αυτή. Εκδηλώνεται ιδίως υπό τη μορφή μιας σύμφωνης με τις επιταγές της ΕΣΔΑ ερμηνείας των διαθηκών και ως τέτοια μάλιστα τυγχάνει επιδοκιμασίας από αρκετούς γερμανούς νομομαθείς.
    Βλ. ΕΔΔΑ 13.7.2004 (Pla & Puncernau / Andorra) (ιδίως αρ. 46 και 58-61): το ερμηνευτικό ζήτημα που απασχόλησε εδώ τα δικαστήρια της Ανδόρρας και έπειτα το ΕΔΔΑ αφορούσε κατά βάσιν στο εάν ο όρος «τέκνο», που εμπεριεχόταν σε διαθήκη, κατελάμβανε και τα υιοθετημένα τέκνα, και όχι μόνον τα φυσικά· το ΕΔΔΑ τάχθηκε υπέρ της πρώτης εκδοχής, προβαίνοντας κατ’ ουσίαν σε μία σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 14 περί απαγορεύσεως των διακρίσεων και 8 περί σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής ερμηνεία της επίμαχης διαθήκης.

    Reply
    • 1. Παραμένει το πρόβλημα της ασυνέπειας: σε άλλες αποφάσεις δεν διατυπώθηκε καμία ενόχληση για την ποινική καταδίκη, και μάλιστα σε ποινή φυλάκισης. Δεν έχω παρακολουθήσει πάντως και την εντελώς πρόσφατη νομολογία, ίσως να υπάρχουν και άλλες αποφάσεις που να λένε τα ίδια.

      2. Αυτό δεν είναι κακό, ίσα ίσα επιβάλλεται. Αλλά στην απόφαση που επικρίνω έχουμε άμεση τριτενέργεια στον υπέρτατο βαθμό και με ελλιπέστατη αιτιολόγηση.

      Reply
  3. Τώρα εσείς οι νεοφιλελεύθεροι θέλετε να πάρετε απ’τον λαό τη δυνατότητα να εκφράζεται με ασφάλεια. Θέλετε να καταργήσετε τα Wikileaks.

    Φωτιά και τσεκούρι!

    Reply

Leave a Comment