Ξέρω πως θα ‘ρθει

Η τέχνη είναι μέσο έκφρασης για τους καλλιτέχνες. Πιο σωστά, μόνο για τους ταλαντούχους καλλιτέχνες. Για εμάς τους υπόλοιπους, που δεν ευλογηθήκαμε με ταλέντο πραγματικό, η τέχνη είναι αναμνήσεις. Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη  φορά που με πήγαν οι γονείς μου στην Επίδαυρο: Τρωάδες, με την Άννα Συνοδινού. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα σε … Read more Ξέρω πως θα ‘ρθει

Οι οπαδοί της Δημοκρατίας

Του Κωνσταντίνου Καλλίρη, δικηγόρου και διδάκτορα του Παν/μίου της Οξφόρδης Δημοσιευτηκε σε λιγο διαφορετικη εκδοση στα Νεα Η ιδιαίτερη σχέση των Ελλήνων με τη δημοκρατία έχει συζητηθεί αρκετά και από πολλές σκοπιές. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι μία βαθιά ριζωμένη ανακολουθία: ενώ μιλάμε πολύ για τη δημοκρατία, αρνούμαστε να υποκύψουμε στις απαιτήσεις της κάθε φορά … Read more Οι οπαδοί της Δημοκρατίας

Το μνημόνιο, οι μεταρρυθμίσεις και οι (δικοί μας) θεσμοί

Δημοσιευτηκε σε λιγο διαφορετικη εκδοση στο protagon.gr

Έπρεπε να παρακολουθήσουμε από την κλειδαρότρυπα μερικά Eurogroups και να ξεθάψουν τα διεθνή ΜΜΕ το περίφημο Grexit για να αρχίσουμε να συζητούμε και πάλι για μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Πιστοί στην ελληνοπρεπή συνήθεια που μας θέλει να χωριζόμαστε σε στρατόπεδα, είχαμε αποφασίσει ότι πρέπει να είμαστε «μνημονιακοί» και «αντιμνημονιακοί». Ατυχώς, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να είναι κανείς ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η παντελώς ανούσια αυτή διάκριση μας απομάκρυνε από το πραγματικό διακύβευμα: χρειάζεται η χώρα μεταρρυθμίσεις και ποιες; Οι κυβερνήσεις που προσπαθούσαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις κατά κανόνα τις απέδιδαν στους όρους του μνημονίου και απεκδύονταν την ευθύνη. Η αντιπολίτευση από την άλλη, αντιστεκόταν σθεναρά σε κάθε αλλαγή όπως κάνουν σχεδόν πάντα οι αντιπολιτευόμενοι στην Ελλάδα, αλλά αυτή τη φορά δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα επιχειρήματα: πρέπει να ξεφορτωθούμε το μνημόνιο και ό,τι αυτό προβλέπει.

Εσχάτως, όμως, ανακαλύψαμε ότι το μνημόνιο δεν ήταν και τόσο κακό.

Read moreΤο μνημόνιο, οι μεταρρυθμίσεις και οι (δικοί μας) θεσμοί

Η εθνική μας μοναξιά

Δημοσιευθηκε σε λιγο διαφορετικη εκδοση στο protagon.gr

Όταν η υπερηφάνεια μας έχει μόλις πληγωθεί, είναι πιο δύσκολο από ποτέ να συμβεί το ίδιο και στη ματαιοδοξία μας. Το απόφθεγμα αυτό του Νίτσε έχει επιβεβαιωθεί σε πολλές φάσεις της ελληνικής ιστορίας, αλλά ποτέ τόσο κραυγαλέα όσο τις τελευταίες μέρες. Η πρώτη γνωριμία της ελληνικής κυβέρνησης με τους «ξένους» μπορεί να αδικείται, σε κάποιο βαθμό, από την υπερανάλυση που προκαλεί η τηλεοπτική εικόνα, αλλά η εντύπωση που αφήνει δεν αμφισβητείται. Από τις συντάκτριες μόδας των αγγλικών εφημερίδων μέχρι τους σχολιαστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους ιστότοπους των ΜΜΕ, όλοι νιώθουν ότι το νέο διπλωματικό μας δόγμα αποπνέει ένα άερα «αναιδούς» επανάστασης. Το «χαλαρό» στiλ του νέου τσάρου της ελληνικής οικονομίας μιλάει από μόνο του.

Όπως, όμως, θα εξηγούσε καλύτερα από κάθε ειδικό ο συμπατριώτης μας που ψάχνει ελληνικό εστιατόριο στο εξωτερικό «για να φάει κάτι της προκοπής», με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους δεν είμαστε στην ίδια σελίδα. Όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά, αλλά και πολιτισμικά. Η υπερηφάνεια των Ελλήνων έχει πληγεί βαρύτατα – γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Είναι βέβαιο ότι αυτό είναι έτοιμοι να το αναγνωρίσουν και να το κατανοήσουν όλοι οι συνοδοιπόροι μας στην ΕΕ. Ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές φαίνεται ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση και οι συνομιλητές της μαζί μιλούν αλλά χώρια καταλαβαίνονται έχει να κάνει με τα αίτια της πληγωμένης υπερηφάνειας μας. Εμείς νιώθουμε ότι μας εξευτέλισε η τρόικα και όσοι κρύβονται από πίσω της και θρηνούμε διότι απωλέσαμε την εθνική μας κυριαρχία, όπως συχνά-πυκνά δηλώνει ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος. Εκείνοι που καλούνται να πάρουν αποφάσεις για την υπόθεσή μας, όμως, θεωρούν ότι η υπερηφάνεια μας θα έπρεπε να έχει πληγωθεί επειδή αποτύχαμε να λύσουμε τα προβλήματά μας μόνοι μας και συνεχίζουμε να αποτυγχάνουμε μέχρι νεωτέρας. Όχι επειδή έχουμε επιθεωρητές πάνω από το κεφάλι μας, αλλά επειδή τους βάλαμε πάνω από το κεφάλι μας.

Read moreΗ εθνική μας μοναξιά

Το αντι-πατερναλιστικό ένστικτο.

Δημοσιεύω σήμερα εδώ την επιστολή-απάντηση που απέστειλα στο “ΒΗΜΑ”, με αφορμή το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του Αριστείδη Χατζή με τίτλο “Το πατερναλιστικό ένστικτο“, που δημοσιεύθηκε στο ίδιο έντυπο. Προφανώς, αυτό συμβαίνει διότι η καλή εφημερίδα δεν απάντησε στην ηλεκτρονική μου επιστολή, ούτε καν για να επιβεβαιώσει την παραλαβή του κειμένου μου, παρά το ρητό σχετικό μου αίτημα. Ο διάλογος, όμως, αυτός πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει και γι’ αυτό εκμεταλλεύομαι το πάντα φιλόξενο Συνιστολόγιο της αΜ, το οποίο και ευχαριστώ. Ευχαριστώ, επίσης, τον κ. Χατζή για την ευγενική ανταπόκρισή του στην πρωτοβουλία μου και δεσμεύομαι να δημοσιεύσω, με την άδειά του φυσικά, τυχόν σχόλια που θα μου αποστείλει.

Το αντιπατερναλιστικό ένστικτο

Την 17.4.2011 δημοσιεύθηκε στο «ΒΗΜΑ» άρθρο του κ. Αριστείδη Χατζή με τίτλο «Το πατερναλιστικό ένστικτο», το οποίο πραγματευόταν, με αφορμή τους πρόσφατους πολιτικούς διαξιφισμούς για το θέμα των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, το ακανθώδες ζήτημα του (νομικού) πατερναλισμού. Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εν λόγω τοποθέτηση η οποία μοιάζει να τροφοδοτήθηκε από την υποψία του συγγραφέα ότι η ελληνική κοινωνία διακατέχεται από μία άκριτη ανοχή απέναντι στον κρατικό πατερναλισμό. Ενώ δεν έχω λόγους να αμφιβάλλω για το ακριβές αυτής της συγκεκριμένης παρατήρησης, αισθάνομαι την ανάγκη να υποβάλω ορισμένες ενστάσεις σχετικά με ορισμένα σημεία του άρθρου.

Read moreΤο αντι-πατερναλιστικό ένστικτο.

Τέχνη και ‘ελιτισμός’

Σε καλούν σε μια θεατρική παράσταση. Θα έχουν εξασφαλίσει εισιτήρια, λένε, και θα χαρούν να τους συνοδεύσεις σε μια από τις εξορμήσεις τους. Η βραδιά φθάνει κι εσύ βάζεις τα καλά σου και πηγαίνεις να τους συναντήσεις – πρόκειται για ένα μικρό θεατράκι κάπου στα Εξάρχεια ή το Γκάζι. Πριν από την παράσταση, όλη η παρέα κάθεται στο μπαρ και τα λέει ‘χαλαρά’ για το έργο. Το λεξιλόγιο είναι επιτηδευμένο, τα γέλια ψεύτικα και η τάση για επίδειξη γνώσεων προφανής. Κανείς δε διαφωνεί με κανέναν: νιώθεις ότι αν κατασκευάσεις έναν θεωρητικό του θεάτρου και αρχίσεις να λες σαχλαμάρες με μεγαλόσχημο ύφος, κανείς δε θα διαμαρτυρηθεί. Μετά την παράσταση -καλή ή κακή δεν έχει σημασία- το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται, αυτή τη φορά με αναφορές στο συγκεκριμένο ανέβασμα. Στο τέλος της βραδιάς δεν έχεις περάσει καλά: πιο πολύ έπρεπε να προσέχεις τα λόγια σου και να γνέφεις συγκαταβατικά, παρά να συμμετέχεις στην όλη εμπειρία. Σίγουρα, κάτι δεν πήγε καλά.

Αυτό που δεν πήγε καλά ήταν, προφανώς, άσχετο με την ίδια την παράσταση. Φαίνεται πως κάποιες μορφές τέχνης -ή, πιο σωστά, κάποιες ανθυποκατηγορίες- ελκύουν ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό. Ανθρώπους που ντύνονται παρόμοια, εκφράζονται παρόμοια και συμπεριφέρονται παρόμοια. Μεταμοντέρνοι, κλασικοί, πειραματικοί, νεωτεριστές και δεν συμμαζεύεται υπερασπίζονται με οπαδικό πάθος τα αγαπημένα τους θεάματα και διηγούνται ατελείωτες ιστορίες με τον τάδε σκηνοθέτη ή τον δείνα τενόρο. Ξέρουν τα πάντα για τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες της πόλης και συνεχώς προγραμματίζουν, προγραμματίζουν, προγραμματίζουν… Και, φυσικά, είναι πάντοτε απόλυτοι: αυτά είναι αριστουργήματα, εκείνα είναι σκουπίδια, ο Α είναι ιεροφάντης της τέχνης, ο Β βιαστής της αισθητικής μας κοκ.

Ο ευγενής αναγνώστης ίσως σκέφτεται τώρα κάτι πολύ λογικό: ‘μεγάλα παιδιά είμαστε, θα εστιάσουμε στην ουσία – και η ουσία είναι η τέχνη και η εμπειρία που προσφέρει και όχι οι θεατρινισμοί των αυτόκλητων λακέδων της’. Σωστά. Αλλά ας αναλογιστούμε δύο πράγματα. Πρώτον, ας θυμηθούμε πόσοι από εμάς τρόμαξαν απ’ όλα αυτά όταν, σε νεαρή ηλικία, έκαναν την πρώτη γνωριμία τους με ‘δύσκολες’ μορφές τέχνης στο πλάι τέτοιων ανθρώπων. Αν μου συγχωρείται μία προσωπική εμπειρία, ακόμα θυμάμαι την πρώτη μου επίσκεψη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Read moreΤέχνη και ‘ελιτισμός’

Η κάλπη στο σαλόνι

Εδώ και λίγες ημέρες κάθε φορά που περνώ από το σαλόνι για να φτιάξω έναν καφέ στην κουζίνα βλέπω πάνω στο μεγάλο τραπέζι μια κάλπη. Πρόκειται αναμφίβολα για κάλπη, έχει όλα τα χαρακτηριστικά: είναι δήθεν διαφανής, έχει κολλημένα εδώ κι εκεί τα απομεινάρια παλιών επιγραφών, είναι σπασμένη στις γωνίες και έχει λεκέδες από βουλοκέρι στο καπάκι. Στην αρχή ανοιγόκλεινα τα μάτια, τα παράθυρα, τα ρολά, το πιάνο, τον κλιματισμό και ό,τι άλλο έβρισκα πρόχειρο αλλά η κάλπη παρέμενε εκεί να μου γδέρνει το έπιπλο. Τελικά, το πήρα απόφαση και σταμάτησα να της δίνω σημασία μήπως βαρεθεί και φύγει. Απόψε, όμως, κάθησα στον καναπέ και βάλθηκα να ανακαλύψω τι διάολο ζητάει από μένα.

Η κάλπη, βέβαια, δεν έχει σκοπό να βγάλει μιλιά διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, η κάλπη θα μιλήσει στις 4 του Οκτώβρη. Μέχρι τότε ακόμα και οι ψευτοκάλπες, αυτές οι δημοσκοπήσεις που μέσα στην αιώνια προχειρότητά μας βαφτίσαμε γκάλοπ, οφείλουν να το βουλώσουν για να σκεφτεί με την ησυχία του ο λαός. Ο προλετάριος, ο μικροαστός, ο μεγαλοαστός, ο κεφαλαιοκράτης, ο άρτι επιστρέψας από τα πιάτα της Φρανκφούρτης και της Αστόρια, ο φοιτητής, ο διανοούμενος, ο αναρχιστής, ο σταρχιδιστής, όλοι πρέπει να σκεφτούν με την ησυχία τους. Κάθομαι, λοιπόν, κι εγώ να σκεφτώ στην εκλεκτή παρέα τους, αλλά όλοι σκέφτονται φωναχτά και κάνουν πολλή φασαρία.

Read moreΗ κάλπη στο σαλόνι