3 σκέψεις για την υπόθεση Χαϊκάλη

Διαβάζοντας το πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Π. Παναγιωτόπουλου για την υπόθεση Χαϊκάλη:

1. Ισχυρίζεται ο Παναγιωτόπουλος (σελ. 6 του πορίσματός του):

… δεν λαμβάνονται υπόψιν τα προσκομισθέντα υπό του καταγγέλλοντος Π. Χαϊκάλη πειστήρια […]βλ. ΑΠ 277/2014 […] η εκ του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτουσα απαγόρευση δεν περιλαμβάνει πράξεις ή εκδηλώσεις προσώπων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των ανατιθεμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, όπερ δεν υφίσταται εν προκειμένω, καθόσον η κατά τα άνω καταγραφή-αποτύπωση της προφορικής συνομιλίας εγένετο μεταξύ ιδιωτών και όχι το πλαίσιο υπηρεσιακού καθήκοντος και κατά την εκτέλεση τούτου.

Τι μας λέει εδώ ο Εισαγγελέας; Ότι η νομολογία του Αρείου Πάγου μάς διδάσκει ότι η απόλυτη απαγόρευση της χρήσης αποδεικτικών μέσων κάμπτεται μόνο όταν έχουμε πράξεις στο πλαίσιο υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση αυτών. [η νομολογία αυτή είναι βέβαια σαφώς αντισυνταγματική, αλλά επειδή το Σύνταγμα εν προκειμένω είναι σαφώς ηλίθιο, αγαπάμε την νομολογία] Και ότι εδώ δεν είχαμε πράξη στο πλαίσιο υπηρεσιακών καθηκόντων. Πράγματι, ο Χαϊκάλης ούτε στην Βουλή ήταν ούτε αγόρευε ούτε ψήφιζε. Ήταν ένας ιδιώτης.

Ιδιώτης βουλευτής.
Ιδιώτης βουλευτής.

Κρίμα βρε παιδί μου. Αλλά αφού το λέει η νομολογία. Αλήθεια, να δούμε τι λέει ακριβώς η πρώτη διδάξασα, η ΣυμβΑΠ 1317/2001:

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η οποία θεσπίσθηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρ. 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, η απαγόρευση της με ειδικά τεχνικά μέσα μαγνητοσκόπησης αθεμίτως αφορά πράξεις ή εκδηλώσεις της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους.
Δεν περιλαμβάνει δε και τις πράξεις ή εκδηλώσεις τούτων, οι οποίες, ανεξάρτητα από τον τόπο και το χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ΄ αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία ως εκ του τρόπου πραγματοποιήσεώς της και της φύσεως και του είδους των εκπληρούμενων καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική.

Ώστε εδώ έχουμε και ένα συμπλήρωμα: η εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική και γιαυτό κάμπτεται η ρημάδα η απόλυτη απαγόρευση του άρ. 177 παρ. 2 ΚΠΔ.

Μήπως μωρέ και η δραστηριότητα του βουλευτή για την ψήφο του σε μια κρίσιμη ψηφοφορία υπάγεται σε αυτήν την εξαίρεση; Μήπως;

Αλλά είπαμε, είναι αυστηρή η νομολογία. Να, η ως άνω ΣυμβΑΠ 1317/2001 επέτρεψε την κάμψη στην εξής περίπτωση:

Τέτοια μη δημόσια, κατά την ως άνω έννοια, πράξη η μαγνητοσκόπηση της οποίας δεν στοιχειοθετεί αξιόποινη πράξη και ως εκ τούτου η χρήση της σχετικής ταινίας ως αποδεικτικού μέσου είναι επιτρεπτή, αποτελεί η εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων των μελών της διοίκησης ενός Ιδρύματος ή ενός Ι. Π., ως νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η είσπραξη και η καταμέτρηση των από τρίτους προς αυτά γενόμενων κάθε είδους προσφορών, ανεξαρτήτως του χρόνου και του τόπου στους οποίους αυτά επιτελούνται.

2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για παραπομπή στο ακροατήριο των αναιρεσειόντων, ως μελών της διοικητικής επιτροπής του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία “Ι. Π. Α. Παρασκευής Τεμπών”, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και το περιεχόμενο 15 βιντεοκασετών οι οποίες λήφθηκαν από βιντεοκάμερα που είχε τοποθετήσει κρυφά από του μηνός Φεβρουαρίου 1997 μέχρι 28 Ιουλίου 1997 ο ιερέας Λ.Ρ. σε ορισμένο σημείο πάνω από τον προσιτό και σε τρίτους χώρο του γραφείου του Π., όπου γίνονταν οι καταμετρήσεις των προσφερόμενων από τους πιστούς χρημάτων και τιμαλφών αντικειμένων, προς καταγραφή της αξιόποινης δραστηριότητας των αναιρεσειόντων με την ως άνω ιδιότητά τους, ήτοι την παράνομη από αυτούς ιδιοποίηση μέρους των χρημάτων και τιμαλφών αντικειμένων κατά την εκτέλεση των διαχειριστικών τους καθηκόντων. Η καταμέτρηση από τους αναιρεσείοντες των ως άνω κινητών πραγμάτων και η κατ΄ αυτή παράνομη ιδιοποίηση μέρους τούτων δεν αποτελούν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μη δημόσιες πράξεις τους, ως μη αναγόμενες στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής τους ζωής και ως εκ τούτου η μαγνητοσκόπηση αυτών με τον ως άνω τρόπο, καθώς και η χρήση των μαγνητοσκοπήσεων αυτών, δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη. Συνακόλουθα οι πιο πάνω βιντεοκασέτες, τις οποίες έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το Συμβούλιο Εφετών δεν αποτελούν απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης των αιτήσεων των αναιρεσειόντων Α.Α. και Κ.Μ., με τον οποίο προβάλλεται, κατ΄ εκτίμηση, η ελεγχόμενη από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α΄ Κ.Ποιν.Δ. πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ΄ του ίδιου Κώδικα απόλυτης ακυρότητας με την έννοια ότι η χρήση και η αξιοποίηση παρανόμως αποκτημένου αποδεικτικού μέσου σε βάρος του κατηγορουμένου παραβιάζει το δικαίωμά του για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 παρ.1 εδ. α’ της Ε.Σ.Δ.Α, και έτσι προσβλήθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης των αναιρεσειόντων ως κατηγορουμένων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Δηλαδή: ο παπάς που έβαλε κάμερα, επειδή οι επίτροποι τού έκλεβαν τα λεφτά από το παγκάρι του προσκυνήματος, τους ήλεγχε κατά την άσκηση των δημόσιων καθηκόντων τους. Αλλά όταν ο βουλευτής της Βουλής των Ελλήνων παγιδεύει εκείνον που τον δωροδοκεί, του προσβάλλει την ιδιωτική ζωή.

Κάτσε να βάλω μερικές δεκάδες θαυμαστικά!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

2. Και συνεχίζει ο αρχειοθετήσας Εισαγγελέας:

… αντιβαίνει προς την “λογική των εγκληματιών” (η θεωρία της λογικής των εγκληματιών κρατεί στην Γερμανία όσο και παρ’ ημίν, βλ. αντί πολλών Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, ΙΙ, Απόπειρα και συμμετοχή, έκδοση 2004, σελ. 93, με την εκεί περαιτέρω αναφορά) στη λοιπή θεωρία και νομολογία ο δράστης, εν προκειμένω ο Γ. Αποστολόπουλος, ενός σοβαρού κακουργήματος, όπως η δωροδοκία βουλευτή… α) να “προσλαμβάνει” αυτόπτες μάρτυρες, οι οποίοι θα παρακολουθήσουν την υπ’ αυτού τέλεση ή απόπειρα τέλεσης του εν λόγω κακουργήματος κ.λπ. κ.λπ.

Όμως, το κριτήριο της λογικής των εγκληματιών, καθώς και η συνακόλουθη παραπομπή στον Ανδρουλάκη, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το θέμα μας. Η λογική των εγκληματιών (Verbrechervernunft) είναι ένα κριτήριο που ανέπτυξε ο Ροξίν, προσπαθώντας να επιλύση τα προβλήματα της υπαναχώρησης από πεπερασμένη απόπειρα. Διαβάστε το άρ. 44 ΠΚ:

1. Η απόπειρα μένει ατιμώρητη, αν ο δράστης άρχισε την ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος ή πλημμελήματος, αλλά δεν την ολοκλήρωσε από δική του βούληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια.
2. Αν ο δράστης, αφού ολοκλήρωσε την ενέργειά του, παρεμπόδισε ύστερα με δική του βούληση το αποτέλεσμα που μπορούσε να προέλθει από την ενέργειά του αυτή και που ήταν απαραίτητο για την τέλεση του κακουργήματος ή του πλημμελήματος, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό. Το δικαστήριο όμως μπορεί, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, να κρίνει την απόπειρα ατιμώρητη.

Το πρόβλημα εδώ ήταν η ερμηνεία αυτού του “οικεία βουλήσει”, freiwillig στην αντίστοιχη γερμανική διάταξη. Ο Ροξίν πρότεινε το ως άνω κριτήριο, προκειμένου να τιμωρούνται αυστηρότερα οι έμπειροι εγκληματίες, που υπακούουν στις πρακτικές εντολές της εγκληματικής χειροτεχνίας, και να αντιμετωπίζωνται ευνοϊκώτερα οι πρωτόπειροι και ερασιτέχνες.

Εδώ όμως κανένα απολύτως θέμα υπαναχώρησης δεν ετίθετο! Ο Εισαγγελέας χρησιμοποιεί το κριτήριο της λογικής των εγκληματιών όχι για να κρίνη κάποιο θέμα υπαναχώρησης, που δεν υφίσταται, αλλά, κατ’ εκτίμησιν, για να κρίνη το στοιχείο του δόλου του δράστη. Άλλο αντ’ άλλου δηλαδή.

3. Αντιθέτως, όχι μόνο θέμα υπαναχώρησης δεν τίθεται in concreto, αλλά το έγκλημα της δωροδοκίας βουλευτή είναι τετελεσμένο με μόνη την υπόσχεση (άρ. 159Α ΠΚ):

1. Όποιος υπόσχεται ή παρέχει οποιασδήποτε φύσης ωφελήματος, άμεσα ή μέσω τρίτου, σε αναφερόμενο στο άρθρο 159 πρόσωπο [μεταξύ άλλων και βουλευτές], για τον εαυτό του ή για άλλον, για τους σκοπούς που αναφέρονται αντίστοιχα στο άρθρο αυτό, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή από 15.000 έως 150.000 ευρώ.

Αντικειμενικά συνεπώς το έγκλημα υπάρχει, αφού υπήρξε πρόταση. Τώρα, πώς με μια προκαταρκτική δύο ημερών ο Παναγιωτόπουλος διέγνωσε με τόση ασφάλεια την [έλλειψη] υπαιτιότητα[ς] του Αποστολόπουλου είναι άξιο θαυμασμού. Είχα προβλέψει άλλωστε ότι ο Ντογιάκος, με την ευθιξία που τον διακρίνει, είναι πραγματικά εγγύηση ότι η καταγγελία Χαϊκάλη θα διερευνηθή εξονυχιστικά. Ή όχι. Αλήθεια, πόσες πιθανότητες δίνετε να *μην* πήρε τηλέφωνο ο Σαμαράς τον Ντογιάκο για την υπόθεση Χαϊκάλη;

Ο Παναγιωτόπουλος βέβαια θεωρεί στην σελ. 4 του πορίσματός του ότι για τον Αποστολόπουλο εφαρμοστέο είναι το άρ. 159 παρ. 2 ΠΚ. Όμως, το άρ. 159 πλέον αφορά την δωροληψία πολιτικών αξιωματούχων, άρα τον βουλευτή. Τον δωροδοκούντα αφορά το άρ. 159Α, το οποίο προπαρέθεσα. Αν γράφεις πορίσματα μέσα σε δυο μέρες, συμβαίνουν αυτά.

Αυτά τα ολίγα νομικά από εμένα (και από τον συνάδελφο Γιώργο Φραγκούλη).

6 thoughts on “3 σκέψεις για την υπόθεση Χαϊκάλη”

  1. Πολύ ορθά όλα αυτά επί της ουσίας. Μία μικρή γλωσσική παρατήρηση: προφανώς λόγω αβλεψίας υπάρχει ένας πλεονασμός, στη φράση
    “η κάμψη της απόλυτης απαγόρευσης της χρήσης αποδεικτικών μέσων κάμπτεται …”
    Μάλλον εννοείτε ότι κάμπτεται η απαγόρευση, όχι η κάμψη της.
    Αν είναι έτσι διορθώστε το και σβήστε αυτό το σχόλιο.

    Reply
  2. Στο υπό χρονολογία 16-12-2009 πόρισμα του σημερινού Προέδρου του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κουτρομάνου, όπως το παρέθεσα στην ανάρτηση για το Baltakos-gate:
    “σκέψη υπ’ αριθμό 4. Στην εισαγόμενη με την διάταξη 370 Α του ποινικού κώδικα απαγόρευση καταγραφής ιδιωτικής συνομιλίας κάποιου με τρίτο χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του θύματος αξιόποινη πράξη μαγνητοφώνησης της ομιλίας του δράστου αυτής, με σκοπό τη χρησιμοποίηση του σχετικού υλικού επί δικαστηρίου, για απόδειξη του εγκλήματος. Αντίθετη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία ο παθών του εγκλήματος δεν δικαιούται να μαγνητοφωνεί τον δράστη, θα οδηγούσε σε άτοπο, αφού θα απέδιδε στο νομοθέτη τη βούληση, όχι μόνο να στερήσει από το θύμα τη δυνατότητα να αποδείξει επί δικαστηρίου την εις βάρος του πράξη αλλά-κατ’ αντιστροφή της λογικής των πραγμάτων-να καταστήσει αξιόποινη την προσπάθεια του να υπερασπισθεί την προσωπικότητα του (ακόμα και) από άδικες και απρόκλητες επιθέσεις”.
    – See more at: http://www.gefragoulis.blogspot.gr/2014/12/blog-post_22.html#more

    Reply

Leave a Comment