Tag Archive for 'λεξιπλασια'

Καινούργιες λέξεις ΧΙΙ

Ιταλιστική: Το Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ παράγει Ιταλιστές, επιστήμονες δηλαδή ειδικευμένους όχι μόνο εν στενή εννοία στα της ιταλικής γλώσσας, αλλά και της ιστορίας και του εν γένει πολιτισμού της υπεριονίου γείτονος. Δεν είναι ούτε φιλόλογοι ούτε ιστορικοί, αλλά ειδικευμένοι εν γένει σε σπουδές πολιτισμού της οικείας χώρας. Παρομοίως, το Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας μετονομάζεται καλύτερα σε Τμήμα Γερμανιστικής, όπως άλλωστε λέγονται και στο χωριό τους. Και ούτως καθεξής: Ισπανιστική, Σλαβιστική, Τουρκιστική.

αφροδισιάστρια: Η κάθε λογής ιέρεια της Αφροδίτης, η εν γένει σεξ γουέρκερ. Η λέξη απαντά ήδη στο αρσενικό της, απλώς πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε σε πιο σύγχρονα συμφραζόμενα.

ισοφυλία: Το κλειτοριδοκρατικό ιδανικό της ίσης αριθμητικά αντιπροσώπευσης των δύο φύλων σε κάθε ανώτερη κοινωνικά ή επαγγελματικά θέση.

ουδετέριο: Το υλικό ενός αστέρα ουδετερονίων.

Αστέρας ουδετερονίων στο Νεφέλωμα του Καρκίνου.

Αστέρας ουδετερονίων στο Νεφέλωμα του Καρκίνου.

οδυσσέας: αλλά με ο μικρό, ως ουσιαστικό προσηγορικό, καλείται η διάταξη βουλήσεως εκδιδόμενη σε κατάσταση ικανότητας προς δικαιοπραξία που ρυθμίζει τι μέλλει γενέσθαι σε περίπτωση ανικανότητας του εκδίδοντος προς δικαιοπραξία, ιδίως σε σχέση με τον τερματισμό της ζωής του. Η ονομασία από τον πολυμήχανο ήρωα, που ώρισε πριν τις Σειρήνες τι έμελλε γενέσθαι όταν θα τις συναντούσε: ο παρών εαυτός δεσμεύει το μελλοντικό.

Προσθήκη 16Δεκ16 09:21

δυσόρκως: μια θητεία σε ένα αξίωμα μπορεί να είναι εύορκη, ήτοι πιστή στον όρκο της. Μπορεί όμως και να είναι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Έρμη Ελλάς, δυσόρκως κυβερνωμένη.

Καινούργιες λέξεις ΧI

Ρε φίλε, πάνε 3 τόσα χρόνια από τις τελευταίες μου καινούργιες λέξεις!

δυσάγαθο: Στα Οικονομικά μιλάμε για τα αγαθά, για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες δηλαδή από τα οποία σε γενικές γραμμές θα θέλαμε περισσότερο παρά λιγώτερο, επειδή υποκειμενικώς παράγουν ωφέλεια. Πέραν του σημείου του κόρου όμως τα αγαθά τρέπονται αίφνης σε δυσάγαθα, όπως είναι άλλωστε εξαρχής τα σκουπίδια, τα κόπρανα και τα ψηφοδέλτια της ΧΑ: κάτι από το οποίο προτιμάμε το λιγώτερο παρά το περισσότερο, κάτι για το οποίο θα πληρώναμε για να μην το έχουμε παρά για να το έχουμε.

Βέβαια, όλα αυτά θα μπορούσαμε απλώς να τα πούμε κακά. Η ονομασία “δυσάγαθα” όμως παρουσιάζει τα εξής πλεονεκτήματα: α) δηλώνει μέσω του δυσ- το ακριβώς αντίθετο του αγαθού, β) περιέχει το αγαθό, υπενθυμίζοντας ότι ουδέν κακόν αμιγές καλού και ότι τι είναι αγαθό και τι όχι κρίνεται υποκειμενικά κάθε φορά, και φυσικά γ) εμπλουτίζει την Υπερτρισχιλιετή με μία ακόμη λέξη.

Πρέπει επίσης να αποδώσουμε την διάκριση απόλυτης και σχετικής φτώχειας με κάποιο τρόπο. Για να το κάνουμε αυτό, θα διαβάσουμε δυο στίχους από τον Πλούτο του Αριστοφάνη, εκεί όπου λέει (στ. 552-554):

πτωχοῦ μὲν γὰρ βίος, ὃν σὺ λέγεις, ζῆν ἐστιν μηδὲν ἔχοντα:
τοῦ δὲ πένητος ζῆν φειδόμενον καὶ τοῖς ἔργοις προς έχοντα,
περιγίγνεσθαι δ᾽ αὐτῷ μηδέν, μὴ μέντοι μηδ᾽ ἐπιλείπειν.

Και άρα, θα πούμε πενία την σχετική φτώχεια και πτωχεία την απόλυτη φτώχεια, έννοιες που υπάγονται και οι δύο στο γένος της ανέχειας. Οι αντίστοιχοι όροι για τους ανθρώπους είναι οι πένητες, οι πτωχοί και ανεχείς.

Continue reading ‘Καινούργιες λέξεις ΧI’

Καινούργιες λέξεις ΙΧ

Απελευθερία: η αρνητική ελευθερία, η ελευθερία από τινος.

Προσελευθερία: η θετική ελευθερία, η ελευθερία πρός τι.

Προσετερότης: η ιδιότητα του απευθύνεσθαι προς έτερον. Ας πούμε, η προσετερότητα της πράξης είναι προπόθεση της εγκληματοποίησής της.

Λογοστεγής: αναφέρεται σε αυτόν που έχει λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να μην διαβραχή από τον λόγο, ήτοι την λογική, π.χ. λογοστεγής αρθρογραφία.

Υποσχέτης: αυτός που υπόσχεται, προφανώς, prometteur. Υπάρχει ήδη κατασχέτης στα λεξικά.

Εκδυσίας: αυτός που γδύνεται, στριπτιτζής. Το θηλυκό του πώς είναι όμως; Προβλήματα.

Φαραγγίτης: Όχι φαλαγγίτης, αλλά οδοιπόρος φαραγγοπόρος. Εδώ ας πούμε.

Υψικαταδύτης: Αυτός. Παραδόξως νόμιμος ακόμα (νομίζω!). Δεν θα βρεθή ένας αγαθόβουλος κηδεμονιστής βρε παιδί μου;

Καινούργιες λέξεις VIII

Χείμωντρο: Όχι θέρετρο ντε, χείμωντρο!

Λιφιστολόγος: Επειδή δασύνεται το αρχικό φωνήεν του β΄ συνθετικού, ο σχολαστικός συνιστολόγος μετατρέπει το ψιλό χειλικό στο αντίστοιχο δασύ του και απολαμβάνει την ομορφιά ενός συνθέτου που δεν ξέρει τι σημαίνει. Ας το δούμε και αυτό: Λέμε λιποτάκτης, λιπομάρτυρας, λιπένορκος, λιπόστρατος, λιποβαρής, λιπόσαρκος και φυσικά λιπόθυμος. Α, εύρηκα: λιφιστολόγος είναι ο εγκαταλιπών την συνιστολογικήν τάξιν, κάτι σαν τον Θεόδωρο δηλαδή.

Ανταγκώνας: Κάπως πρέπει να λέγεται αυτό, κάποιος ιατρικός όρος θα υπάρχη, απλώς δεν τον ξέρω. Εννοώ το εσωτερικό μέρος του χεριού στο ύψος του αγκώνα. Εκεί που γαργαλιόμαστε ντε!

Continue reading ‘Καινούργιες λέξεις VIII’

Περί μεταγραφής των ολλανδικών τοπωνυμίων

Μετά την συγκλονιστική επιτυχία του Οδηγού Μεταγραφής Γερμανικών Τοπωνυμίων και μετά από ασφυκτική πίεση του τμήματος της ελληνόφωνης ανθρωπότητας που διαβάζει συνΙστολόγιο, σήμερα, έμπλεως συγκινήσεως και υπερηφανείας, συνεχίζω το έργο μου με τον Οδηγό Μεταγραφής Ολλανδικών Τοπωνυμίων.

Καταρχάς, λίγη γεωγραφία. Η χώρα-όπου-εορτάζεται-σαν-εθνική-εορτή-το-γενέθλιον-της-μακαρίας-βασιλίσσης-Βεατρίκης διαιρείται διοικητικώς σε 12 επαρχίες που φέρουν τα κεχαριτωμένα ονόματα Δρένθη, Φλεφολανδία, Φρησλανδία, Ελδερλανδία, Χρονιγγία, Λιμβούρχον, Νωρδοβραβάντη, Νωρδολλανδία, Οφερεισσελία, Ουτρεχτία, Ζειλανδία και Ζυιδολλανδία.

Continue reading ‘Περί μεταγραφής των ολλανδικών τοπωνυμίων’

Καινούργιες λέξεις VII

αλεξίβρεφος/αλεξινήπιος: επίθετο που χαρακτηρίζει αυτόν που δεν εχθρεύεται απαραιτήτως τα βρεφη ούτε επιθυμεί τον τηγανισμό τους, αλλά εν πάση περιπτώσει λαμβάνει σοβαρά προληπτικά μέτρα προστασίας, ώστε να απομακρύνη τους ανεπιθύμητους επισκέπτες, π.χ. αλεξίβρεφο πεζοδρόμιο ή αλεξινήπιο εστιατόριο. Ή αλεξίβρεφη κοινωνία.

όπιτα: Είδος πρωινού, που συνίσταται σε μία πίτα, χωρίς να ενδιαφέρη τόσο το πρώτο συνθετικό της, το οποίο εναλλάσσεται ενδεχομένως μέρα παρά μέρα, ήτοι σπανακόπιτα, τυρόπιτα, μανιταρόπιτα, πατατόπιτα, κολοκυθόπιτα, κασερόπιτα κ.λπ., π.χ.: πιάσε μου μια όπιτα και ένα νεράκι, σε παρακαλώ!

ευσκάνδαλος: Είχα προτείνει αυτήν την λέξη ως απόδοση του trigger-happy εδώ, αλλά πήγε άπατη. Την επαναφέρω με την ελπίδα να εκπυρσοκροτήση αυτήν την φορά!

οχλοστατικός: Ομοίως, από εδώ. Η λέξη περιγράφει μέτρα καταστολής και ελέγχου πλήθους, π.χ. οχλοστατικό όπλο.

ρινωρύχος: Ελάτε που κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε. Όλοι το έχετε κάνει, όλοι το κάνετε. Σκαλίζουμε την μύτη μας με πάθος, μέχρι να βρούμε τον θησαυρό, εκεί βαθιά!

απνοϊστής: Τι να λέμε τώρα, οι τύποι είναι απίθανοι. Παίρνουν μια ανάσα και ταξιδεύουν σε άλλο κόσμο. Στον γούγλη τώρα απαντά κάμποσες φορές ο όρος απνεϊστής. Δεδομένου όμως ότι μιλάμε για μια πολύ όμορφη λέξη που παράγεται από την άπνοια και όχι από την apnea, καλύτερα να κατοχυρωθή ελληνοπρεπώς.

μειδιόσημο: Έκλεψα αυτήν την καινούργια λέξη από τον Ζουτίρι, ο οποίος εδώ εισήγαγε τον όρο χαμογελόσημο. :-)

Έχουμε και λέμε λοιπόν για τα συναισθηματόσημα:

σκυθρωπόσημο: :-(

γελωτόσημο: :-D Ακόμη πιο ωραία: χαχανόσημο [πρόταση της Αόρατης Μελάνης]

φιλόσημο: :-*

αγγελόσημο: Ο:-)

διαβολόσημο: >:-)

οργόσημο: >:-(

Αυτά είναι τα πιο εύκολα. Θέλω τώρα την βοήθειά σας για τα εξής:

;-) είναι το ημισκαρδαμυκτόσημο [πρόταση της Αόρατης Μελάνης]
:-/ είναι το στραβόσημο [πρόταση του Κουκ]
:-Ο είναι το αναυδόσημο [πρόταση της Αόρατης Μελάνης]
:-Ρ είναι το εμπαιγμόσημο [πρόταση του Κουκ]

Περί μεταγραφής των γερμανικών τοπωνυμίων

Εδώ και χρόνια με βασανίζει το περιβόητο ζήτημα της μεταγραφής των γερμανικών τοπωνυμίων. Ξυπνάω τις νύχτες ουρλιάζοντας, καίω αφηρημένος την κοτόσουπα, χάνω τις προσθεσμίες αναίρεσης, μια φορά στον στρατό μάλιστα είχα καθυστερήσει και στην πρωινή αναφορά.

Πώς θα τιθασευθούν όλοι αυτοί οι μυστηριώδεις βαρβαρικοί φθόγγοι, τα παράξενα ούμλαουτ, τα επίφοβα ö και τα ß; Θα ακολουθήσουμε τάχα την αρχή της αντιστρεψιμότητας ή θα φανούμε πιο χαλαροί [και καλλιτεχνικοί ενδεχομένως] υιοθετώντας κάποια απλογραφική μέθοδο; Θα σεβαστούμε την ιστορική παράδοση και την καθιερωμένη απόδοση ή θα προκαλέσουμε προτείνοντας νέες, εξωτικές μεταγραφές; [Και γιατί να μεταγράψουμε ούμπερχάουπτ;]

Όλα αυτά τα δύσκολα και δυσκοίλια ερωτήματα επιτέλους απαντώνται. Καμία απορία πλέον, καμία δυσκολία, καμία ασάφεια. Σήμερα παρουσιάζω και προσφέρω στην ελληνόφωνη ανθρωπότητα τον απόλυτο Οδηγό Μεταγραφής Γερμανικών Τοπωνυμίων (ΟΜΓΤ).

Continue reading ‘Περί μεταγραφής των γερμανικών τοπωνυμίων’

Καινούργιες λέξεις VI

Συνεχίζω μεσούντος του θέρους και του έρωτος την ανάλαφρη λεξιποιία και καλό θα ήταν να διατυπώσω καναδυό αυτονόητες προειδοποιήσεις. Πρώτον, προφανώς γράφω όσα γράφω με ιλαρή διάθεση και έτσι ελπίζω να προσλαμβάνωνται. Δεύτερον, δεν έχω ψάξει λεξικά ή γούγλη, οπότε καθόλου απίθανο οι δήθεν καινούργιες λέξεις ήδη να υπάρχουν. Τόσο το καλύτερο!

Ας δούμε λοιπόν την καινούργια σοδειά:

Φλυαρητήρι: Ας ονομάσουμε έτσι κάθε είδους τσατ και παρόμοια όργανα του διαβόλου, όπως το παράπλευρο CyberWormhole.

Πάναστρος: Όταν δεν έχει φεγγάρι, ο ουρανός δεν είναι απλώς έναστρος, είναι πάναστρος. Παρεμπιπτόντως, ο πάναστρος ουρανός είναι στην πραγματικότητα εφταχίλιαστρος, πφ, χαρά στο πράμα.

Βρεφωρός: Αν πυλωρός είναι ο φρουρός της πύλης, κηπουρός αυτός που φροντίζει τον κήπο και τιμωρός όποιος κήδεται της τιμής, τότε βρεφωρός ασφαλώς είναι κάθε είδους μπέιμπυ σίττερ. Παρομοίως, βρεφωρείο είναι το δωμάτιο όπου αλλάζουμε το μωρό και το συναντάμε κυρίως σε πολυκαταστήματα ή εμπορικά κέντρα και άλλα παρόμοια άντρα του καπιταλισμού. Το ανώτατο στάδιο του βρεφωρού είναι μάλιστα ο βρεφοκράτωρ.

Χωρητικός: Υποχωρητικότητα είναι η ιδιότητα του υποχωρητικού, οπότε η χωρητικότητα είναι η ιδιότητα του χωρητικού, εκείνου δηλαδή που διαθέτει επαρκή χώρο. Μια χωρητικώτατη βαλίτσα έδωσε το έναυσμα στον Π.Γ. να δημιουργήσῃ την λέξη.

Απεταξαμηνίζομαι: Στην ακολουθία της βάφτισης ο ανάδοχος αποτάσσεται τον Σατανά, αλλά στην πραγματικότητα δεν του καίγεται καρφί για τον Σατανά, το μόνο που θέλει είναι να συνεχίσῃ με το μυστήριο για να πάῃ καμιά φορά στο φαΐ και την συναφή ευωχία. Γνωρίζει όμως ότι το lip service δεν το γλυτώνει, οπότε αποτάσσεται στα λόγια, ίσα ίσα για να τον ακούσουν όλοι και να ησυχάσουν, όπως ας πούμε όταν λέμε «Και φυσικά εσύ είσαι η γυναίκα της ζωής μου!» ή «Το Κυπριακό είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής». Απεταξαμηνιζόμαστε και ξεμπερδεύουμε.

Ενημέρωση 31Αυγ09: Προσθέτω και δύο ακόμη θερινές λέξεις, σαν μικρό αποχαιρετισμό στο φετινό καλοκαίρι!

Γυμνίζω: Τι κάνουν οι γυμνιστές; Γυμνίζουν ασφαλώς, όπως σοφά διέκρινε ο φίλος Θεόδωρος.

Βυθαψία: Εκεί που κολυμπάς με την γκόμενα, προσπαθώντας να την παρασύρης τεχνηέντως στα βαθιά και στα άπατα, της λες “τι νομίζεις, πιάνω πάτο;”. Εκείνη φρίττει, α πα πα, αδύνατον τόσο βαθιά να βουτήξης και να πιάσης πάτο. Με μερικές γενναίες απλωτές εις βάθος όμως την διαψεύδεις, εκτελείς την βυθαψία σου και η γκόμενα είναι σερβιρισμένη προς κατανάλωση.

Καινούργιες Λέξεις V

Καμηλοπάρδαλις, ιππότιγρις, στρουθοκάμηλος, δρομαίος, ιπποπόταμος, προβατοκάμηλος, ρινόκερως, υδρόχοιρος, μελανόλευκος αιλουρόπους: προσπαθούμε να ονομάσουμε τα εξωτικά ζώα κατ’ αναλογίαν προς τα οικεία, ίσως για να τα ξορκίσουμε κιόλας. Ορίστε μερικές ακόμη παρόμοιες προσπάθειες:

Καγκουρό: Το καγκουρό λέγεται μακρόπους στα ελληνικά. Αν λεγόταν ας πούμε μαρσιπέλαφος θα είχε πιο πολλή πλάκα.

400px-kangaroo_and_joey03.jpg
Φαιός μαρσιπέλαφος ποζάρων μετά νεογνού

Κοάλα: Το κοάλα λέγεται φασκόλαρκτος στα ελληνικά, λέξη που δεν έχω ιδέα τι σημαίνει. Αν το λέγαμε απλώς δένδραρκτο;

800px-koala_eating.jpg
Δένδραρκτος μασουλών ευκάλυπτον

Ιγουάνα: Δεδομένου ότι συνηθισμένο κατοικίδιο είναι η πράσινη ιγουάνα, χλωρόσαυρος είναι η κατάλληλη ονομασία.

iguana_iguana_colombia3.jpg
Αγέρωχος χλωρόσαυρος
Continue reading ‘Καινούργιες Λέξεις V’

Καινούργιες λέξεις IV

Ύστερα από καιρό, μερικά εύπεπτα καινούργια λεξίδια:

Ευλιγισιασφάλεια: Όπως πολλοί άλλοι, βρήκα και εγώ κάπως φριχτή την απόδοση της flexicurity ως “ευελφάλεια”: ένα απλό παρατακτικό σύνθετο κάνει μια χαρά την δουλειά. Την λέξη μού υπέδειξε ο Lectoratius.

Ιερακόρνις: Αποδίδω εδώ προφανώς το chickenhawk. Πρόκειται για τους διάφορους αϊβαλιώτηδες και τσίπρες, που είναι βεβαίως βεβαίως υπέρ της στρατιωτικής θητείας, αρκεί να υπηρετούν οι άλλοι.

Tεταρτίτης και Ογδοΐτης: Τον παλιό καλό καιρό στην Αμερική μετρούσαν την καθαρότητα του αίματος και οι άνθρωποι χωρίζονταν σε τάξεις καθαρότητας. Έτσι προέκυψε ο quadroon, ακόμη και ο οctorοon. Υπό αυτήν την έννοια ο Οβάμας είναι δευτερίτης.

Ωνητήριο: Μίνι μάρκετ, ψιλικατζίδικο. Είναι το μέρος δηλαδή όπου κάνουμε τα καθημερινά μας ώνια!

Τεχνολόγημα: Γκάτζετ.

Μετακυλισμός: Πρόκειται για το σύνδρομο της αυλής: κανένας δεν θέλει να επωμιστή τις αρνητικές συνέπειες στο μικροεπίπεδο έργων που είναι αναγκαία και ωφέλιμα στο μακροεπίπεδο. Έτσι, ο καθένας, φερόμενος ορθολογικά, προσπαθεί να μετακυλίση στην αυλή του διπλανού του το έργο και τελικά ο διαδοχικός μετακυλισμός καταλήγει να μην ωφελή κανένα.

Στοχαστήριο: Θινκ τανκ, ένα ωραίο μέρος όπου άνθρωποι με υψηλούς μισθούς και πολύ ελεύθερο χρόνο στοχάζονται. Κάτι σαν το Συνιστολόγιο δηλαδή!

Καινούργιες λέξεις ΙΙΙ

(Μερικές από τις αστείες λέξεις που ακολουθούν θα μπορούσαν να ενοχλήσουν όσους θεωρούν αισχρά τα ανθρώπινα, οπότε ας μην συνεχίσουν)

Οι απαγορευμένες

Θελξίπεος: Ο θελξίπεος είναι ο (αρσενικοσεξιστικός) σέξυ! Όπως λέμε π.χ., «θελξίπεος κι όποιος αντέξει», «θελξίπεο χαμόγελο» κ.τ.τ.

Τερψίπεος: Ούτε εδώ χρειάζονται πολλές πολλές εξηγήσεις. Ενδιαφέρων ο χιαστός συσχετισμός με το επίθετο τερψιλαρύγγιος: υπάρχουν τερψίπεοι λάρυγγες και τερψιλαρύγγια πέη.

Εύστηθος: Εύστηθη είναι προφανώς μια γυναίκα με όμορφο στήθος. Το αντίθετο θα ήταν υποθέτω δύσστηθη, μια γυναίκα με ανύπαρκτο ή πεσμένο στήθος, κάτι σαν δύστυχη δηλαδή.

Φαινοπυγίς: Εντάξει, αυτή δεν είναι ακριβώς δικιά μου, στα λεξικά υπάρχει η φαινομηρίς, ανάλαφρο καλοκαιρινό ένδυμα που άφηνε τον μηρό να φανῄ. Η φαινοπυγίς των ημερών μας προχωρεί ένα βήμα παραπέρα, όπως το μπραζίλιαν π.χ., επιβεβαιώνοντας την ανωτερότητα των πολιτισμών της νεωτερικότητας.

Δεξοπυγίς: Δεξοπυγίς υποθέτω ότι είναι η γυναίκα που δέχεται από την πυγή. Το πρώτο στάδιο της δεξοπυγίδος είναι ασφαλώς η σεισοπυγίς.

Πεοσθενής: Εκείνος του οποίου σθένει το πέος, ο γαμίκουλας ας πούμε (Την λέξη έφτειαξε ο φίλος μου Α.Κ. και μου την χάρισε για δώρο γάμου. Τον ευχαριστώ πολύ!).

Στυτός: Ο έχων στύση, ο έγκαυλος, ο καυλωμένος. Το αντίθετο, ο έχων χάλαση, ο τσουτσουρρίος, είναι ο απόστυτος.

Κατατετιλμένη: Ιδίως στο θηλυκό της απαντᾴ η μετοχή παθητικού παρακειμένου του κατατίλλω = αποτριχώνω, σουρομαδάω. Κατατετιλμένη είναι όποια έχει κάνει μπραζίλιαν γουάξ ας πούμε.

Οι παρετυμολογημένες

Καρπούζι: Πρόκειται για γνησία αρχαία ελληνική οπώρα, η οποία έθελξε και τους τουρκεστανούς εισβολείς, εξού και το τουρκοπρεπές γλωσσικό ένδυμα. Προέρχεται από την λέξη «καρπός», η οποία δόθηκε στο συγκεκριμένο λαχανικό εμφατικώς χάριν του μεγέθους του, καθώς επρόκειτο για τον κατεξοχήν «καρπό» του κλασσικού περιβολιού. Στους ελληνιστικούς χρόνους ο «καρπός» ακολούθησε το γενικώτερο ρεύμα της εποχής και υποκορίστηκε, η κατάληξη -διον όμως συνάφθηκε απευθείας στην ονομαστική και όχι στο θέμα του ονόματος, σε μια από τις συνηθισμένες για την εποχή γλωσσοπλαστικές ιδιοτροπίες. Το «καρπόσδιον» έγινε, όπως αναμενόμενο, «καρπόζιον» με απλοποίηση του συμπλέγματος -σδ- σε -ζ- και, ακολούθως, «καρπούζιον» με αναπληρωτική έκταση του -ο- σε -ου-. Από εκεί ο δρόμος μέχρι το «καρπούζι» της κοινής νεοελληνικής ήταν εύκολος.

Αεικήντο: Η λέξη αναφέρεται σε μια αρχαιοελληνική μορφή όχι μόνο πολεμικής τέχνης, αλλά και γενικώτερου τρόπου ζωής. Προέρχεται από την σύμφυρση των λέξεων «άγε κήδου» ως οιονεί συνθήματος και σύνοψης του βίου που ευαγγελιζόταν το αεικήντο. Αποτελεί παρότρυνση στον νέο μαθητή της φιλοσοφίας να σκάψῃ ένδον και να φροντίσῃ τον ψυχικό και πνευματικό του κόσμο, ως προϋπόθεση της βαθύτερης μύησής του. Από την Ελλάδα η αρχή «άγε κήδου» ταξίδεψε στις ημιβάρβαρες ιαπωνικές νήσους, από όπου νεωστί επανέκαμψε οίκαδε.

Και μία σοβαρή

Νηψιαλγία: Είναι το άλγος που προκαλείται από την νήψη, ο πόνος και η κακή διάθεση που δημιουργεί το ξενέρωμα και η επάνοδος στην νηφαλιότητα, σε απλά νεοελληνικά το χανγκ-όβερ.

Αυτά!