Έξι μουσικές σπουδές της ελληνικότητας

Μερικά μουσικά σχόλια στην εθνική μας ταυτότητα από το πρόσφατο αλησμόνητο παρελθόν:


Ας κρατήσουν οι χοροί, μουσική-στίχοι-ερμηνεία: Διονύσης Σαββόπουλος, δίσκος: Τραπεζάκια έξω, 1983

Ένα τραγούδι που πια έχει περάσει στην καθομιλουμένη, στην λαϊκή παράδοση, στην καθημερινή ζωή, μεγαλώσαμε ακούγοντάς το, υπήρχε πάντα, κανείς δεν το έγραψε, κανείς δεν ξέρει ποιος το έγραψε, το έχει πει και ο Σαββόπουλος πάντως. Η απρόσωπη αγάπη που μας κατατρέχει, των Ελλήνων οι κοινότητες που γράφουν ιστορία σαν παρέες, εμείς που ανταμώνουμε και ξεφαντώνουμε με τους κυκλωτικούς χορούς μας, εμείς που έχουμε όνομα, σώμα και θρησκεία, όλα μαζί, κιόμως τόσο απλά, τόσο όμορφα και εορταστικά.

Αθώος πατριωτισμός.


Ελλάς, μουσική-στίχοι: Σταμάτης Μεσημέρης, ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου, δίσκος: Χορεύω, 1989

Εδώ είμαστε. Η τυπική νεοελληνική κλάψα προς την πατρίδα, που όπου και να πάμε μας πληγώνει. “Τι θα γίνει φίλε μου με μας;”, που είμαστε τόσο ροκάδες και εναλλακτικοί και ανεξάρτητα πνεύματα και κανείς δεν μας καταλαβαίνει; Ασκούμε την κριτική μας, τελούμε το επαναστατικό μας καθήκον, αντιδρούμε στα κακώς κείμενα. Αλλά εμείς την αγαπάμε και στο τέλος αυτή η σχέση έλξης και άπωσης ολοκληρώνεται αγαπητικά. Τέλος καλό, όλα καλά. Γιατί η Ελλάδα, σαν και μας, “δεν γουστάρει τα στημένα”, είναι μόρτισσα και αντάρτισσα, είναι αλλιώς, είναι αλλού, είναι η όλως άλλη. Αλλά κατά βάθος γουστάρουμε.

Ενοχικός πατριωτισμός.


Ελλάδα, χώρα του φωτός, μουσική-στίχοι: Δημοσθένης Στριγγλής, ερμηνεία: Καίτη Γαρμπή, 1993

Πραγματικά, δεν μπορώ να συγκρατήσω μια υποψία: μήπως όλη αυτή η φαντασμαγορία ακαλαισθησίας δεν είναι τυχαία; μήπως η αναφορά στα “παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη” έχει επίγνωση της αυτοαναίρεσής της; μήπως η διάγνωση της διχοστασίας ανάμεσα στο ροκ και στο τσιφτετέλι δεν γίνεται τυχαία με όρους τσιφτετελοειδείς; μήπως αυτό το τουριστικό υποθέαμα για την χώρα που “διάλεξε ο Θεός”, υιοθετώντας το βλέμμα του Ευρωπαίου, υιοθετώντας τις προσδοκίες και τις προκαταλήψεις του, στην πραγματικότητα είναι ίδιο το πνεύμα αθάνατο, που δεν το “τρώει το σαράκι”, αλλά μας κλείνει το μάτι αυτοπροσώπως; μήπως ο αυτογλειψιματίας απλώς αυτοσαρκάζεται;

Συμπλεγματικός πατριωτισμός.


Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, μουσική: Τρύπες, στίχοι-ερμηνεία: Γιάννης Αγγελάκας, δίσκος: Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι, 1996

Αυτό το τραγούδι έχει την λέξη “πατρίδα” στον τίτλο του, μιλάει όμως πράγματι για αυτήν; Μιλά για απώλεια, για φυγή, για ξενιτειά, για πίκρα, για χωρισμό. Αλλά όλα αυτά δεν θα υπήρχαν χωρίς την πατρίδα, εκεί αφετηριάζονται, εκείνη νοσταλγούν, το δικό της νερό ποτίζονται. Η πατρίδα είναι ο γεωμετρικός τόπος των γεφυρών που γκρεμίζονται, των αστεριών που ξεψύχησαν, των ιχνών που θαμπώνουν και σβήνουνε. Η πατρίδα είμαστε εμείς, η ζωή μας.

Κρυμμένος πατριωτισμός.


Έτσι είναι γιατί έτσι πάει, στίχοι-ερμηνεία: Αρτέμης/Ευθύμης, δίσκος: Ο διαλεχτός της άρνησης και ο ακριβογιός της πίστης, 2007

Στα ατίθασα νιάτα μου ποτέ μου δεν πήρα στα σοβαρά την πολιτικολογία των TXC και φυσικά δεν πρόκειται τώρα στα γεράματα να αλλάξω γνώμη για τους Αρτέμη/Ευθύμη. Τούτου λεχθέντος, η τρικυμία εν κρανίω συνεχίζεται, με λίγη συνωμοσιολογία, ένα κυκεώνα αναφορών σε ομότροπον, νέα εποχή, παγκόσμιους εξουσιαστές, πολυτονικό και την σχετική συνοδευτική ανασφάλεια. Ελληνοκεντρικό νιου μέταλ, να τι τού ‘λειπε του ψωριάρη. Και όλη αυτή η δήλωση πίστης στην ελληνικότητα, στο “άσπρο και το μπλε”, γίνεται σε μια μουσική μορφή τόσο εξωπραγματικά μη ελληνική, ώστε δεν μπορώ να συγκρατήσω κάποιο θαυμασμό.

Τουλάχιστον ας συγκρατήσουμε ένα καλό στίχο:

Μου λες με πόσες έχεις πάει και πόσους έχεις κλέψει/
Σκέψου πόσο έχεις ελεήσει, πόσο έχεις νηστεψει

Φοβικός πατριωτισμός.


Γαλάζιο και λευκό, ερμηνεία: Anna Goula, 2008

Η Άννα Γούλα είναι η νέα, βελτιωμένη έκδοση. Είναι ωραία γκόμενα και το ξέρει. Είναι έξυπνη και το ξέρει. Είναι ικανή και το ξέρει. Ικανώνεται λοιπόν να φορέση το μίνι το χρυσό το ξέκωλο, να ανεβή στο τραπέζι και να μιλήση για εμάς:

Παιδί του μόχθου είμαι εγώ/
Και την πατρίδα αγαπώ

Κριτικός πατριωτισμός.

18 thoughts on “Έξι μουσικές σπουδές της ελληνικότητας”

  1. Δε βλέπω ούτε μια «σπουδή» σε όσα έχεις βάλει,
    Πάλι θα ήπιες Θάνο μου. Θα ήπιες Θάνο, πάλι…

    Και προπαντός, δεν βλέπω δώ και κάτι «μουσικό»,
    (αν και το Νιόνιο, από καρδιάς, πάντα τον εξαιρώ…)

    Οι άλλοι είν’ απλώς «σπουδές» στη μουσική βλακεία:
    Οι Τρύπες, μάλλον, έχασαν μια κάποια τους αξία

    Κι οι στιχουργοί αδίκησαν –μ’ αυτή την άθλια ραπ
    τα λόγια τους. Τα πλάκωσαν: Κι ακούσαμε το «πλαπ…!»

    Και για το τέλος μ’ άφησες τη γκόμενα τη Γούλα,
    (που μένα δεν με συγκινεί: Μου φέρνει αναγούλα!)

    Αν όμως εσύ, Θάνο μου, ως θήλυ την εγκρίνεις,
    Τότε ευθέως να μας πεις: «Τί πίνεις και δε δίνεις;» ;-)

    Και αν σπουδές στη μουσική, να κάνεις ίσως θες
    Το Φοίβο σύρε διάβασε, ξανά! Κι άσ’ τις «σπουδές»…

    Υγ.

    Αλήθεια, “πόσοι σήμερα, τα μουσικά γνωρίζουν
    τα πράγματα, και μεσ’ στ’ αυτιά, θόρυβοι δεν βουίζουν”;;

    “Όσοι Ελλάδα”, βρίσκονται, “που ξέρουν τί εστί”!
    Κι ο Θάνος, λέει, το ‘μαθε, μ’ αυτή τη μουσική…. ;-)

    Reply
  2. Ξέχασ’ ο Αθανάσιος, εδώ να παραθέσει/
    Τη μόνη γνήσια «σπουδή», στη χώρα που τ’ αρέσει…

    Μήνα γιατ’ ήτανε τρελός, και τώρα έχει πεθάνει;
    Μήνα γιατί ο Θάνος μας, «σπουδές» δεν έχει κάνει;

    Ας είναι! Ας τον ξέχασαν, και πάλι το Μανώλη…
    Κι ο Θάνος κι άλλοι, που «σπουδές», κάνουν σ’ αυτή την πόλη.

    ;-(

    Reply
  3. (in Rasoulis memoriam)

    Προτού να φύγει ο Μανολιός, απ’ τη ζωή ετούτη/
    Διατηρούσε κι ένα blog! Κι έγραφε ό,τι τού ‘ρθει…

    Άλλοι, βεβαίως γέλαγαν (Γιάπις-καλλιτεχναίοι)
    «Άστον αυτόν, τρελάθηκε!», «Δεν ξέρει πια τι λέει»/

    Και τρώγαν στα κουτάλια τους -τα πάντοτε χρυσά-
    (με υπουργό τη σύζυγο, μέσα πολιτικά/

    και του Πολιτισμού ψηλά, κρατώντας την παντιέρα!
    (άλλο που οι προθέσεις τους, ήταν μια σκέτη λέρα….)

    Ο Θάνος δε, «εσπούδαζε» εις βάθος μουσική,
    Αρτέμη-Ευθύμη άκουγε, Γούλα, Καίτη Γαρμπή

    Και όλ’ αυτά τα έλεγε «ελληνικές σπουδές»
    Ενώ ήταν για κλάματα, στίχοι και μουσικές…

    Σ’ αυτή λοιπόν την εποχή, πήγε και ο Ρασούλης/
    σπουδαίον Υπουργό να δει (γιατ’ ήτανε φτωχούλης/

    Μπας και του δώσει κόκκαλο, ο συνταγματολόγος/
    Μια συναυλία, ένα χορό… Κάτι, που λέει ο λόγος/

    Βλέπεις, εκείνος ήτανε, τότ’ υπουργός σπουδαίος/
    Πολιτισμού προϊστατο, τον βλέπανε με δέος

    Οι καλλιτέχνες ζήταγαν, βοήθεια να τους δώσει
    Αυτός που σκέψη, σύνεση, σοφή έχει τη γνώση…

    Κι εκείνος, φίλοι φίλτατοι -καλοί μου αριβίσται-
    «Συγγνώμη, ποιός?» ανέκραξε «κύριε εσείς είστε;;»

    Κι έτσι απέπεμψε γοργά, τον τρελοκαλλιτέχνη
    Που κι αν τρελό τον λέγανε, παρήγαγε όμως τέχνη!

    (Έπρεπε του Ρασούλη μας, κάποιος να πει πριν δύσει:
    Οι υπουργοί άκουγανε ανέκαθεν Στανίση….)

    Αχ, φίλε Αθανάσιε, πρόσεξε μην την πάθεις!
    Όπως εκείνος ο υπουργός! Και φρόντισε να μάθεις

    Προτού πολιτικός γενείς, “ποιοί κυβερνούν το Σούλι
    της γνήσιας Ελλάδας μας”: «Εδώ είναι του Ρασούλη!»

    Υγ. Στιχουργική απόδοση επεισοδίου που ο θανών καλλιτέχνης αφηγείται σε γραπτά του, ως εξής:

    Οπότε αποφασίζω να πάω μια μέρα στο γραφείο του υπουργού πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου κι έκλεισα σαν πολιτισμένος άνθρωπος ραντεβού. Με εδέχθη. Όμως προς τι; Εγώ ευθύς αμέσως του εξέθεσα το αίτημα μου: Κύριε υπουργέ του είπα, πριν 17 χρόνια η αείμνηστη Μελίνα μου έδωσε 10 συναυλίες χωρίς να της ζητήσω. Μπορείτε εσείς σήμερα μετά 17 χρόνια που το έργο μου μέστωσε και δεν θα αρνιόμουν 10 συναυλίες και στα χωριά του Εύρου; Ο Ευάγγελος Βενιζέλος μου απήντησε ερωτών σαν φιλόσοφος: Δηλαδή ποιος είστε; Τι ακριβώς κάνετε; Υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες μπροστά. Θα πει κάποιος, ένας υπουργός δεν μπορεί να ξέρει τους πάντες. Φυσικά αφού ο Βενιζέλος τυγχάνει φίλος και θαυμαστής του Νταλάρα γιατί να ξέρει εμένα; ʼλλωστε εγώ δεν διαθέτω τόση τηλεοπτική επιφάνεια όση ο επιστήθιος του. Δεν πιστεύω ότι δεν με ήξερε. Όλη η Θεσσαλονίκη με φωνάζει Μανώλη. Κατά κάποιο τρόπο είναι κι αυτός στο κλάμπ των διωκτών μου. Ίσως γιατί πιστεύει ότι δεν θα του επιτρέψω να γίνει μια μέρα πρωθυπουργός και να παίξει με τις κούκλες του. Μ’ αυτά όμως και μ’ αυτά γιατί να του επιτρέψω; Θα επιτρέψω ας πούμε στο Γιωργάκη που χορεύει και πιο καλό ζεϊμπέκικο. Αλαααα Γιώργοοοο!!

    Reply
    • Σχολιασμό του τραγουδιού τεμπέλαρε!

      Αν και το θέμα που τίθεται εν προκειμένω, άκοντος και αγνοούντος εσού βεβαίως, είναι πώς και γιατί καταντήσαμε οι συνθέτες να έχουν γίνει ημιδημόσιοι ημιυπάλληλοι και πώς και γιατί οι υπουργαίοι να μοιράζουν συναυλίες, σαν τα ρολόγια που μοίραζε ο εμίρης σε μια παλιά ταινία.

      Reply
  4. Σχόλια δε χρειάζονται του τραγουδιού τα λόγια:
    Είναι ξεκάθαρα, κι απλά. Ανώγεια και κατώγεια

    χτίζουνε μέσα στις καρδιές Ελλήνων που μισέψαν
    και την Ελλάδα πού ‘θελαν και που βαθιά πιστέψαν

    να δούν δε θα μπορέσουνε, για όσα χρόνια ζούνε.
    Τί παραπάνω απ’ αυτά τα σχόλια να πούνε;

    Υγ.

    Κοίταξε Αθανάσιε: Θέλει ο καλλιτέχνης
    μια κάποια υποστήριξη. Βαρύς ο βίος της τέχνης!

    Και αν μαζί σου συμφωνώ: Δεν ειν’ υπαλληλίσκοι
    οι στιχουργοί!”, ο Υπουργός, δουλειά για να τους βρίσκει

    νομίζω πως ο Υπουργός οφείλει προβολή
    να δίνει σ’ όσων εκτιμά την Τέχνη την καλή

    ή πάντως, με τον τρόπο του να τους διευκολύνει
    αφού ο λαός απαίδευτος είναι και στη σαγήνη

    της Γούλα πέφτει διαρκώς κι αυτής της Μπεζαντάκου
    Γι’ αυτό τ’ αυτιά σου τέντωσε: Πάταξον, αλλά άκου!

    Το θέμα που ‘θιξα εδώ, βρίσκω για σοβαρό:
    Είναι πως οι υπεύθυνοι για τον πολιτισμό

    Βαθιά έχουνε άγνοια στα θέματα αυτά.
    Σ’ αυτό μάλλον ταιριάζετε…Σπουδάστ’ όλοι ξανά!

    Reply
    • Καλός ο Μαυροπρόβατος./ Και ικανός στο στίχο!
      Όμως φοβάμαι έπεσε/ κι αυτός πάνω στον τοίχο

      ενός φανατισμού μικρού/ αντίστροφου, κρυμμένου
      (λιγάκι αριστερίστικου/ λιγάκι επηρμένου)

      και τελικώς ανώφελου./ Κενού εις το μεδούλι.
      Δεν έχει ο Μαυροπρόβατος/ τη στόφα του Ρασούλη!

      Δεν έχει αυτό το πέταγμα/ και την ευαισθησία
      που «ελληνοξεχνά» απλώς!/ Χωρίς υπεροψία,

      χωρίς τους λεονταρισμούς/ προβάτου προικισμένου
      που στίχους και αν έγραψε/ σε προκαθορισμένου

      σκοπού τους επιστράτευσε/ –δές!- την υπηρεσία
      κρετίνοι σαν φωνάξανε/ «Γαμώ την Αλβανία!»

      Πρόσεξε απρόσεκτη λοιπόν/ στο άκουσμα, Μελάνη!
      Ο στίχος θέλει προσοχή!/ Όποιος λοιπόν τον πιάνει

      Να θέλει οφείλει το εξής/ “Να μην είναι η ρίμα
      όργανο σ’ ένα σχέδιο!”
      / Τότε δεν είναι ρίμα.

      Υγ.

      Αόρατη Μελάνη μου/ στους στίχους εμβαθύνω
      Και του Σουρή κι άλλων πολλών./ Όμως εξίσου δίνω

      την προσοχή μου σε καλούς/ καινούριους στιχουργούς
      Άραγε ο Μαυροπρόβατος/ ανήκει σε αυτούς;

      Reply
    • Καθώς βλέπω, είναι του συρμού του γιουτουμπιού πάντως.

      Επειδή κανείς δεν επιλέγει πού θα γεννηθεί ο πατριωτισμός είναι βλακεία επική

      Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την οικογένειά μας: κανείς δεν επιλέγει τους γονείς του.

      Δεν ξέρω βέβαια αν ο Μαυροπρόβατος θα χαρακτήριζε την αγάπη προς την μητέρα του “βλακεία επική”.

      Reply
      • Νομίζω ότι είχε κατά νου τον κακώς εννοούμενο πατριωτισμό, που έχει γερή δόση εθνικισμού μέσα, και όχι απλώς την αγάπη για τον τόπο σου.

        Πάντως έχει γούστο το τραγουδάκι, δεν μπορείς να πεις, ενέπνευσε και τον ΚΤ.

        Reply
  5. Σήμερα έφυγε κι αυτός ο φίλος του Μανώλη
    Που λόγο ίσως έχουμε, να τον θυμόμαστ’ όλοι

    για τη μοναδική φωνή, και τη χροιά τη φίνα
    (που μάλλον θα ξεχάσουμε, περίπου σ’ ένα μήνα)

    Τόσο κρατούν στη χώρα μας οι ελληνικές “σπουδές”
    και τόσο τους θυμόμαστε, καλούς τραγουδιστές

    Αφού λοιπόν τα μπλέξαμε σ’ αυτό το post, πια, όλα
    Ας “ελληνοξεχάσουμε”: Παπάζογλου Νικόλα.

    Reply
    • Θεός σχωρέσ’τον λοιπόν. Αν και το τραγούδι πιστώνεται στον Ρασούλη από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ. Και ιδεολογικά το τοποθετώ μαζί με τον Παπακωνσταντίνου. Άντε και τις Τρύπες.

      Reply

Leave a Comment