Author Archive for Κωνσταντίνος

Ξέρω πως θα ‘ρθει

Η τέχνη είναι μέσο έκφρασης για τους καλλιτέχνες. Πιο σωστά, μόνο για τους ταλαντούχους καλλιτέχνες. Για εμάς τους υπόλοιπους, που δεν ευλογηθήκαμε με ταλέντο πραγματικό, η τέχνη είναι αναμνήσεις. Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη  φορά που με πήγαν οι γονείς μου στην Επίδαυρο: Τρωάδες, με την Άννα Συνοδινού. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα σε κανονική όπερα (να με συμπαθάτε, η Λυρική δεν μετράει): Così fan tutte στην Staatsoper της Βιέννης – θυμάμαι την συνοδό μου και πού σταθήκαμε (διότι χρήματα υπήρχαν μόνο για Stehplatz). Θυμάμαι ότι μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση ο Κιμούλης στον Συρανό τότε παλιά στο Εθνικό (ήμουν μικρός ή ήταν ο Κιμούλης καλός τότε; ). Θυμάμαι την πρώτη φορά που διάβασα τον Ατσαλένιο Γίγαντα του Βερν, τη Δίκη, την Καμπάνα, τις Γραμμές των Οριζόντων. Θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι του Μπρελ που με έβαλε να ακούσω η δασκάλα των Γαλλικών μήπως και τα συμπαθήσω λίγο (έπιασε παρεμπιπτόντως). Θυμάμαι ότι δεν πίστευα στα αυτιά μου όταν άκουσα πρώτη φορά τυχαία τον Lawrence Tibbett να τραγουδάει αυτό. Θυμάμαι τα πρόσωπα των κοριτσιών που κάθονταν δίπλα μου στην Μποέμ του Τζεφιρέλι στην ΜΕΤ.

Γι’ αυτό το μόνο που μπορώ να γράψω για τον Θάνο Ανεστόπουλο είναι όσα θυμάμαι από την τέχνη του. Όπως τον Κάφκα, τον Μπρελ και τον Μοτσαρτ, έτσι κι εκείνον δεν τον αισθάνομαι ούτε φίλο μου, ούτε συνοδοιπόρο μου, ούτε εκφραστή των ιδεών μου. Δεν με ενδιαφέρει αν ήταν καλός με τους συνεργάτες, τους φίλους ή τις φιλενάδες του. Δεν έχει σημασία τι κόμμα ψήφιζε ή ποιον θεό προσκυνούσε. Σημασία έχει τι θυμόμαστε από την τέχνη του.

Θυμάμαι την πρώτη συναυλία των Κρίνων που παρακολούθησα. Φοιτητής στη Κομοτηνή, μάλλον το 1997, στο μεγάλο αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης. Λίγα ήξερα και μου φαινόταν ότι ‘όλοι αυτοί’ είναι κακέκτυπα των Sisters of Mercy, αλλά με τράβηξε σχεδόν με το ζόρι μια κοπέλα. Θυμάμαι ακριβώς τι φορούσε και ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που μας έφερε μπροστά-μπροστά. Θυμάμαι ότι χάσαμε τα λεωφορεία και μείναμε τελευταίοι να αναρωτιόμαστε αν θα περάσει άλλο. Θυμάμαι ότι τότε έκανα εκπομπή στο ραδιόφωνο και για δύο εβδομάδες τα Κρίνα είχαν την τιμητική τους. Θυμάμαι ότι κάπως έτσι ξεκίνησε μια μικρή εμμονή με αυτή την μπάντα.

Θυμάμαι την συναυλία στο Ρόδον, παρέα με τον Αναγνωστόπουλο. Τότε που μιλούσε συνέχεια για τη γυναίκα του και όχι για τα παιδιά του. Πριν γίνει διαπρεπής ποινικολόγος έτρεχε μπροστά με τη νεολαία και κοπανιόταν αγρίως, τραυματίζοντας με το καλαβρυτινό μένος του όποιον άτυχο βρισκόταν δίπλα του. Τώρα κοπανιέται στα έδρανα και πού και πού κοπανιόμαστε και μαζί για να θυμηθούμε τα παλιά. Θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα το γρατζουνισμένο cd με το Λιώνοντας μόνος, το Κάτω από το Ηφαίστειο και την Μουχλαλούδα. Ο Αναγνωστόπουλος μου το έφερε για να μάθω και τίποτα πέρα από τα άλμπουμ.  Θυμάμαι να περιμένω να πάρω εισιτήριο στο Ρόδον και να ντρέπομαι να πάρω μία από τις αφίσες της εισόδου. Μια κυρία που μόλις είχε κατεβάσει μία για το γιο της το κατάλαβε και κατέβασε μία και για μένα. Ακόμα στον τοίχο του εφηβικού μου δωματίου βρίσκεται. Θυμάμαι το Θάνο unplugged στο Closer να γκρινιάζει για το θόρυβο: ‘έγινε η βαβούρα σας συνήθειά μας’.

Θυμάμαι να κάθομαι με έναν συμφοιτητή μου σε έναν άθλιο μπλε καναπέ με μία τρισάθλια κιθάρα και να τραγουδάμε τις Μέρες Αργίας. Θυμάμαι το ίδιο τραγούδι να το παίζουν ένας Μαροκινός, ένας Σκωτσέζος, μια Ελβετίδα και δύο Έλληνες, επειδή άρεσε στον Σκωτσέζο (για την ακρίβεια του άρεσε το Μέρες Άργκιας, αλλά το ίδιο κάνει).

Τα Κρίνα δεν ήταν η καλύτερη μπάντα. Ένας -νομίζω- συνεργάτης τους είχε πει ότι καθένας ξεχωριστά δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά όλοι μαζί είναι το κάτι άλλο. Το άλμπουμ Έγινε η απώλεια συνήθειά μας ήταν μία έκρηξη συμπιεσμένης δημιουργικότητας, αλλά πιο εντυπωσιακή ήταν η ωρίμανση και η μουσική πρόοδος της μπάντας. Ομοίως, ο Ανεστόπουλος δεν ήταν ο καλύτερος τραγουδιστής. Το στυλ του ή θα το αγαπούσες ή θα το μισούσες και κανείς δεν διασκέδαζε όταν ξεχνούσε τα λόγια και τραγουδούσε ό,τι να ‘ναι. Αλλά όπως είχε πει ένας παλιός και βαθύς γνώστης της όπερας που είχε ακούσει όλους τους μεγάλους: ‘ο Björling ήταν πάντα πολύ καλός, αλλά ο Corelli ήταν μία κακός και μία ανατριχιαστικός’. Ο Ανεστόπουλος στις καλές του ήταν ανατριχιαστικός. Και η ανατριχίλα δημιουργεί αναμνήσεις.

Ο θάνατος δεν είναι δα και τόσο τρομαχτικός όταν τον τραγουδάς όλη σου τη ζωή. Το ξέρεις πως θα ‘ρθει. Το θέμα είναι ποιο παλτό θα φοράς. Καλύτερα το φθαρμένο που αποδεικνύει ότι έζησες.

Οι οπαδοί της Δημοκρατίας

Του Κωνσταντίνου Καλλίρη, δικηγόρου και διδάκτορα του Παν/μίου της Οξφόρδης

Δημοσιευτηκε σε λιγο διαφορετικη εκδοση στα Νεα

Η ιδιαίτερη σχέση των Ελλήνων με τη δημοκρατία έχει συζητηθεί αρκετά και από πολλές σκοπιές. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι μία βαθιά ριζωμένη ανακολουθία: ενώ μιλάμε πολύ για τη δημοκρατία, αρνούμαστε να υποκύψουμε στις απαιτήσεις της κάθε φορά που κάτι τέτοιο δεν είναι βολικό. Αναρωτιόμαστε με ιερό μένος γιατί δεν εφαρμόζεται ο νόμος, αλλά εμείς οι ίδιοι φοροδιαφεύγουμε, σταθμεύουμε στο πεζοδρόμιο και χτίζουμε κατά το δοκούν. Καλούμε τα δικαστήρια να κάνουν τη δουλειά τους, αλλά αμφισβητούμε την ευθυκρισία τους όταν η απόφαση δεν μας ικανοποιεί. Μιλάμε με πάθος για δικαιώματα, αλλά χωρίς πολλή σκέψη τα θυσιάζουμε στο βωμό της συλλογικότητας που «αποφάσισε» απεργία, κατάληψη, συμβιβασμό κοκ. Από τον γείτονα που έχει μετατρέψει το πεζοδρόμιο σε προσωπικό του πάρκινγκ μέχρι τον υπουργό που δεν εφαρμόζει μια δικαστική απόφαση και τον δικαστή που απεργεί παρά τη ρητή συνταγματική απαγόρευση, όλοι έχουμε κάποια δικαιολογία: το κράτος δεν φτιάχνει χώρους στάθμευσης, το δημόσιο ταμείο είναι άδειο, ούτε οι άλλοι σέβονται το Σύνταγμα κοκ.

Η πολιτική αντιπαράθεση για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης οδήγησε σε μία πόλωση που αλλάζει προς το χειρότερο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της sui generis αντίληψης για τη δημοκρατία. Ο παντελώς ανούσιος και εν πολλοίς παραπλανητικός διαχωρισμός ανάμεσα σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς» δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο την συμμετοχή των πολιτών σε μία ουσιαστική πολιτική διαβούλευση, χωρίς την οποία οι αρρυθμίες της δημοκρατίας δεν μπορούν να θεραπευτούν. Πολλάκις αμφισβητήθηκε από επίσημα χείλη το δημοκρατικό φρόνημα των βουλευτών που «ψήφισαν τα μνημόνια». Κι όμως, δεν ήταν λιγότερο εκλεγμένοι από εκείνους που τα καταψήφισαν. Η αντίληψη ότι εκείνος που δεν συμφωνεί μαζί μας δεν είναι πραγματικός δημοκράτης δεν είναι, βέβαια, καινούργια εφεύρεση. Είναι, όμως, μια λογική που γιγαντώθηκε τα τελευταία χρόνια λόγω της έντονης διαμάχης σχετικά με τις «μνημονιακές πολιτικές». Για παράδειγμα, αγανακτισμένοι πολίτες συγκεντρώνονταν έξω από τη Βουλή και ζητούσαν να καεί μαζί με τους βουλευτές που οι ίδιοι εξέλεξαν, αλλα πλέον θεωρούσαν «προδότες». Καλώς ή κακώς, όμως, σε μία αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν υπάρχει ψήφος με επιφύλαξη ή υπό διαλυτική αίρεση. Μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, τις αποφάσεις δεν τις παίρνουμε πλέον εμείς. Το πόσο διαφορετική είναι η δημοκρατία που πολλοί από μας έχουν στο μυαλό τους από εκείνη που πραγματικά περιγράφεται στα Συντάγματα της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού) αποκαλύπτεται από μία ενδιαφέρουσα πτυχή της εν εξελίξει διαπραγμάτευσης. Η υπόλοιπη Ευρώπη υποδέχθηκε με έκπληξη το αίτημα της ελληνικής πλευράς να «σεβαστεί» το αποτέλεσμα των τελευταίων ελληνικών εκλογών που ζητεί αλλαγή πολιτικής από την ελληνική κυβέρνηση. Όχι, φυσικά, γιατί το αμφισβητεί, αλλά γιατί ο «δήμος» που αποφάσισε την αλλαγή δεν είναι ο «δήμος» στον οποίο η Ελλάδα απευθύνεται. Πώς μπορεί να αποφασίσει η Ελλάδα για την Ευρώπη;

Και πώς μπορεί, άραγε, να λειτουργήσει οποιαδήποτε πολιτική κοινότητα (πολλώ δε μάλλον μια δημοκρατία) χωρίς σεβασμό στους θεσμούς και στην συνέχεια του κράτους; Υπογεγραμμένες συμφωνίες αμφισβητούνται, διοικητικά συμβούλια οργανισμών εκκαθαρίζονται, «σύμβουλοι» πάνε κι έρχονται με κάθε καινούργιο υπουργό κοκ. Με ποια λογική, πέραν της τακτοποίησης ημετέρων, αλλάζουν οι άνθρωποι που διαχειρίζονται, για παράδειγμα, ένα θέατρο, ένα στάδιο ή ένα νοσοκομείο; Πώς απαιτούμε από τον πολίτη να σέβεται τους ανθρώπους αυτούς όταν ξέρει ότι είναι αναλώσιμοι και ότι έχουν επιλεγεί με πολιτικά/κομματικά κριτήρια; Πώς μπορεί να μετριασθεί ο πολιτικός οπαδισμός και, τελικά, ο εθνικός διχασμός όταν οποιοσδήποτε δεν είναι ιδεολογικά μαζί μας είναι εχθρός μας και πρέπει να απομακρύνεται; Αυτή είναι η περαιτέρω ζημιά που προκάλεσε η διαμάχη για το μνημόνιο: οι «άλλοι» δεν είναι απλώς πολιτικοί εχθροί, αλλά αντιδημοκράτες, με κριτήριο μια εντελώς στρεβλή αντίληψη της δημοκρατίας. Μια αντίληψη με λαϊκιστικά στοιχεία, καθώς απαλλάσσει τους πολίτες από την ευθύνη των προηγούμενων επιλογών τους και τους ενθαρρύνει να οχυρώνονται στα στρατόπεδά τους, χωρίς καμία διάθεση σύγκλισης με τους ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Άλλωστε, σε μία δημοκρατία, εκείνοι που αξίζουν να απομονωθούν είναι οι αντιδημοκράτες, έτσι δεν είναι; Αρκεί, φυσικά, να τους ορίσουμε σωστά.

Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, όμως, όσο συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε ως οπαδοί. Οπαδοί κομμάτων, ιδεολογιών, συντεχνιών και προσώπων, οι οποίοι απλώς τυχαίνει να λειτουργούν σε μια δημοκρατία. Είναι ανάγκη, πριν από οτιδήποτε άλλο, να αποδεχθούμε τη δημοκρατία μας και να γίνουμε οπαδοί της. Στην συνέχεια, μπορούμε να αποφασίσουμε να την αλλάξουμε αν, παρ’ ελπίδα, δεν μας αρέσει. Πρώτα, όμως, πρέπει να τη γνωρίσουμε καλά.

Το μνημόνιο, οι μεταρρυθμίσεις και οι (δικοί μας) θεσμοί

Δημοσιευτηκε σε λιγο διαφορετικη εκδοση στο protagon.gr

Έπρεπε να παρακολουθήσουμε από την κλειδαρότρυπα μερικά Eurogroups και να ξεθάψουν τα διεθνή ΜΜΕ το περίφημο Grexit για να αρχίσουμε να συζητούμε και πάλι για μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Πιστοί στην ελληνοπρεπή συνήθεια που μας θέλει να χωριζόμαστε σε στρατόπεδα, είχαμε αποφασίσει ότι πρέπει να είμαστε «μνημονιακοί» και «αντιμνημονιακοί». Ατυχώς, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να είναι κανείς ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η παντελώς ανούσια αυτή διάκριση μας απομάκρυνε από το πραγματικό διακύβευμα: χρειάζεται η χώρα μεταρρυθμίσεις και ποιες; Οι κυβερνήσεις που προσπαθούσαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις κατά κανόνα τις απέδιδαν στους όρους του μνημονίου και απεκδύονταν την ευθύνη. Η αντιπολίτευση από την άλλη, αντιστεκόταν σθεναρά σε κάθε αλλαγή όπως κάνουν σχεδόν πάντα οι αντιπολιτευόμενοι στην Ελλάδα, αλλά αυτή τη φορά δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα επιχειρήματα: πρέπει να ξεφορτωθούμε το μνημόνιο και ό,τι αυτό προβλέπει.

Εσχάτως, όμως, ανακαλύψαμε ότι το μνημόνιο δεν ήταν και τόσο κακό. Continue reading ‘Το μνημόνιο, οι μεταρρυθμίσεις και οι (δικοί μας) θεσμοί’

Η εθνική μας μοναξιά

Δημοσιευθηκε σε λιγο διαφορετικη εκδοση στο protagon.gr

Όταν η υπερηφάνεια μας έχει μόλις πληγωθεί, είναι πιο δύσκολο από ποτέ να συμβεί το ίδιο και στη ματαιοδοξία μας. Το απόφθεγμα αυτό του Νίτσε έχει επιβεβαιωθεί σε πολλές φάσεις της ελληνικής ιστορίας, αλλά ποτέ τόσο κραυγαλέα όσο τις τελευταίες μέρες. Η πρώτη γνωριμία της ελληνικής κυβέρνησης με τους «ξένους» μπορεί να αδικείται, σε κάποιο βαθμό, από την υπερανάλυση που προκαλεί η τηλεοπτική εικόνα, αλλά η εντύπωση που αφήνει δεν αμφισβητείται. Από τις συντάκτριες μόδας των αγγλικών εφημερίδων μέχρι τους σχολιαστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους ιστότοπους των ΜΜΕ, όλοι νιώθουν ότι το νέο διπλωματικό μας δόγμα αποπνέει ένα άερα «αναιδούς» επανάστασης. Το «χαλαρό» στiλ του νέου τσάρου της ελληνικής οικονομίας μιλάει από μόνο του.

Όπως, όμως, θα εξηγούσε καλύτερα από κάθε ειδικό ο συμπατριώτης μας που ψάχνει ελληνικό εστιατόριο στο εξωτερικό «για να φάει κάτι της προκοπής», με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους δεν είμαστε στην ίδια σελίδα. Όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά, αλλά και πολιτισμικά. Η υπερηφάνεια των Ελλήνων έχει πληγεί βαρύτατα – γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Είναι βέβαιο ότι αυτό είναι έτοιμοι να το αναγνωρίσουν και να το κατανοήσουν όλοι οι συνοδοιπόροι μας στην ΕΕ. Ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές φαίνεται ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση και οι συνομιλητές της μαζί μιλούν αλλά χώρια καταλαβαίνονται έχει να κάνει με τα αίτια της πληγωμένης υπερηφάνειας μας. Εμείς νιώθουμε ότι μας εξευτέλισε η τρόικα και όσοι κρύβονται από πίσω της και θρηνούμε διότι απωλέσαμε την εθνική μας κυριαρχία, όπως συχνά-πυκνά δηλώνει ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος. Εκείνοι που καλούνται να πάρουν αποφάσεις για την υπόθεσή μας, όμως, θεωρούν ότι η υπερηφάνεια μας θα έπρεπε να έχει πληγωθεί επειδή αποτύχαμε να λύσουμε τα προβλήματά μας μόνοι μας και συνεχίζουμε να αποτυγχάνουμε μέχρι νεωτέρας. Όχι επειδή έχουμε επιθεωρητές πάνω από το κεφάλι μας, αλλά επειδή τους βάλαμε πάνω από το κεφάλι μας. Continue reading ‘Η εθνική μας μοναξιά’

Το αντι-πατερναλιστικό ένστικτο.

Δημοσιεύω σήμερα εδώ την επιστολή-απάντηση που απέστειλα στο “ΒΗΜΑ”, με αφορμή το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του Αριστείδη Χατζή με τίτλο “Το πατερναλιστικό ένστικτο“, που δημοσιεύθηκε στο ίδιο έντυπο. Προφανώς, αυτό συμβαίνει διότι η καλή εφημερίδα δεν απάντησε στην ηλεκτρονική μου επιστολή, ούτε καν για να επιβεβαιώσει την παραλαβή του κειμένου μου, παρά το ρητό σχετικό μου αίτημα. Ο διάλογος, όμως, αυτός πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει και γι’ αυτό εκμεταλλεύομαι το πάντα φιλόξενο Συνιστολόγιο της αΜ, το οποίο και ευχαριστώ. Ευχαριστώ, επίσης, τον κ. Χατζή για την ευγενική ανταπόκρισή του στην πρωτοβουλία μου και δεσμεύομαι να δημοσιεύσω, με την άδειά του φυσικά, τυχόν σχόλια που θα μου αποστείλει.

Το αντιπατερναλιστικό ένστικτο

Την 17.4.2011 δημοσιεύθηκε στο «ΒΗΜΑ» άρθρο του κ. Αριστείδη Χατζή με τίτλο «Το πατερναλιστικό ένστικτο», το οποίο πραγματευόταν, με αφορμή τους πρόσφατους πολιτικούς διαξιφισμούς για το θέμα των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, το ακανθώδες ζήτημα του (νομικού) πατερναλισμού. Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εν λόγω τοποθέτηση η οποία μοιάζει να τροφοδοτήθηκε από την υποψία του συγγραφέα ότι η ελληνική κοινωνία διακατέχεται από μία άκριτη ανοχή απέναντι στον κρατικό πατερναλισμό. Ενώ δεν έχω λόγους να αμφιβάλλω για το ακριβές αυτής της συγκεκριμένης παρατήρησης, αισθάνομαι την ανάγκη να υποβάλω ορισμένες ενστάσεις σχετικά με ορισμένα σημεία του άρθρου. Continue reading ‘Το αντι-πατερναλιστικό ένστικτο.’

Τέχνη και ‘ελιτισμός’

Σε καλούν σε μια θεατρική παράσταση. Θα έχουν εξασφαλίσει εισιτήρια, λένε, και θα χαρούν να τους συνοδεύσεις σε μια από τις εξορμήσεις τους. Η βραδιά φθάνει κι εσύ βάζεις τα καλά σου και πηγαίνεις να τους συναντήσεις – πρόκειται για ένα μικρό θεατράκι κάπου στα Εξάρχεια ή το Γκάζι. Πριν από την παράσταση, όλη η παρέα κάθεται στο μπαρ και τα λέει ‘χαλαρά’ για το έργο. Το λεξιλόγιο είναι επιτηδευμένο, τα γέλια ψεύτικα και η τάση για επίδειξη γνώσεων προφανής. Κανείς δε διαφωνεί με κανέναν: νιώθεις ότι αν κατασκευάσεις έναν θεωρητικό του θεάτρου και αρχίσεις να λες σαχλαμάρες με μεγαλόσχημο ύφος, κανείς δε θα διαμαρτυρηθεί. Μετά την παράσταση -καλή ή κακή δεν έχει σημασία- το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται, αυτή τη φορά με αναφορές στο συγκεκριμένο ανέβασμα. Στο τέλος της βραδιάς δεν έχεις περάσει καλά: πιο πολύ έπρεπε να προσέχεις τα λόγια σου και να γνέφεις συγκαταβατικά, παρά να συμμετέχεις στην όλη εμπειρία. Σίγουρα, κάτι δεν πήγε καλά.

Αυτό που δεν πήγε καλά ήταν, προφανώς, άσχετο με την ίδια την παράσταση. Φαίνεται πως κάποιες μορφές τέχνης -ή, πιο σωστά, κάποιες ανθυποκατηγορίες- ελκύουν ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό. Ανθρώπους που ντύνονται παρόμοια, εκφράζονται παρόμοια και συμπεριφέρονται παρόμοια. Μεταμοντέρνοι, κλασικοί, πειραματικοί, νεωτεριστές και δεν συμμαζεύεται υπερασπίζονται με οπαδικό πάθος τα αγαπημένα τους θεάματα και διηγούνται ατελείωτες ιστορίες με τον τάδε σκηνοθέτη ή τον δείνα τενόρο. Ξέρουν τα πάντα για τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες της πόλης και συνεχώς προγραμματίζουν, προγραμματίζουν, προγραμματίζουν… Και, φυσικά, είναι πάντοτε απόλυτοι: αυτά είναι αριστουργήματα, εκείνα είναι σκουπίδια, ο Α είναι ιεροφάντης της τέχνης, ο Β βιαστής της αισθητικής μας κοκ.

Ο ευγενής αναγνώστης ίσως σκέφτεται τώρα κάτι πολύ λογικό: ‘μεγάλα παιδιά είμαστε, θα εστιάσουμε στην ουσία – και η ουσία είναι η τέχνη και η εμπειρία που προσφέρει και όχι οι θεατρινισμοί των αυτόκλητων λακέδων της’. Σωστά. Αλλά ας αναλογιστούμε δύο πράγματα. Πρώτον, ας θυμηθούμε πόσοι από εμάς τρόμαξαν απ’ όλα αυτά όταν, σε νεαρή ηλικία, έκαναν την πρώτη γνωριμία τους με ‘δύσκολες’ μορφές τέχνης στο πλάι τέτοιων ανθρώπων. Αν μου συγχωρείται μία προσωπική εμπειρία, ακόμα θυμάμαι την πρώτη μου επίσκεψη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Continue reading ‘Τέχνη και ‘ελιτισμός’’

Η κάλπη στο σαλόνι

Εδώ και λίγες ημέρες κάθε φορά που περνώ από το σαλόνι για να φτιάξω έναν καφέ στην κουζίνα βλέπω πάνω στο μεγάλο τραπέζι μια κάλπη. Πρόκειται αναμφίβολα για κάλπη, έχει όλα τα χαρακτηριστικά: είναι δήθεν διαφανής, έχει κολλημένα εδώ κι εκεί τα απομεινάρια παλιών επιγραφών, είναι σπασμένη στις γωνίες και έχει λεκέδες από βουλοκέρι στο καπάκι. Στην αρχή ανοιγόκλεινα τα μάτια, τα παράθυρα, τα ρολά, το πιάνο, τον κλιματισμό και ό,τι άλλο έβρισκα πρόχειρο αλλά η κάλπη παρέμενε εκεί να μου γδέρνει το έπιπλο. Τελικά, το πήρα απόφαση και σταμάτησα να της δίνω σημασία μήπως βαρεθεί και φύγει. Απόψε, όμως, κάθησα στον καναπέ και βάλθηκα να ανακαλύψω τι διάολο ζητάει από μένα.

Η κάλπη, βέβαια, δεν έχει σκοπό να βγάλει μιλιά διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, η κάλπη θα μιλήσει στις 4 του Οκτώβρη. Μέχρι τότε ακόμα και οι ψευτοκάλπες, αυτές οι δημοσκοπήσεις που μέσα στην αιώνια προχειρότητά μας βαφτίσαμε γκάλοπ, οφείλουν να το βουλώσουν για να σκεφτεί με την ησυχία του ο λαός. Ο προλετάριος, ο μικροαστός, ο μεγαλοαστός, ο κεφαλαιοκράτης, ο άρτι επιστρέψας από τα πιάτα της Φρανκφούρτης και της Αστόρια, ο φοιτητής, ο διανοούμενος, ο αναρχιστής, ο σταρχιδιστής, όλοι πρέπει να σκεφτούν με την ησυχία τους. Κάθομαι, λοιπόν, κι εγώ να σκεφτώ στην εκλεκτή παρέα τους, αλλά όλοι σκέφτονται φωναχτά και κάνουν πολλή φασαρία. Continue reading ‘Η κάλπη στο σαλόνι’

Τα Ελγίνεια, το δίκαιο και μια πρόταση

Το κείμενο του Θεόδωρου για τα Ελγίνεια που προηγείται του παρόντος και η συζήτηση που ακολούθησε είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον, αλλά, όπως σημείωσαν και κάποιοι σχολιαστές, άφησε κατά μέρος την σημαντικότερη, κατ΄εμέ, πτυχή του ζητήματος: το αποκαλούμενο από τους ιστολογούντες της αΜ/Συν «ηθικό» κομμάτι. Στην σύντομη ανάρτηση που ακολουθεί θα προσπαθήσω να αγγίξω αυτό το κομμάτι και να καταθέσω μία πρόταση για τη διαχείριση των αρχαίων θησαυρών, συμπεριλαμβανομένων και των γλυπτών του Παρθενώνα. Στην προσπάθειά μου αυτή, δε θα ασχοληθώ με το νόμιμο ή μη του οθωμανικού εγγράφου που παρέδωσε τα γλυπτά στον Έλγιν αλλά ούτε και με το εν στενή εννοία νομικό μέρος, που φέρεται, κατά τα γραφόμενα στον σύνδεσμο που έδωσε ο Θανάσης, να αναγνωρίζει ιδιοκτησιακά δικαιώματα στα κράτη προέλευσης: τους νόμους οι άνθρωποι μπορούν να τους κατασκευάζουν αλλά το δίκαιο μόνον να το αναζητούν.

Εδώ, όμως, ας ανοίξω μία σύντομη παρένθεση για να κάνω ένα  σχόλιο σχετικά με τη χρήση της ίδιας της έννοιας «ιδιοκτησία» για το χαρακτηρισμό της σχέσης ανάμεσα στα εθνικά κράτη και τα ιστορικά μνημεία. Υπό ποία έννοια θα μπορούσε να είναι ο Παρθενώνας, για να φέρω ένα παράδειγμα, stricto sensu ιδιοκτησιακό στοιχείο του ελληνικού κράτους; Η μόνη προφανής απάντηση είναι ότι αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει κληρονομικώ δικαιώματι: Έλληνες κατασκεύασαν τον Παρθενώνα, Έλληνες είμαστε κι εμείς, άρα λογικό είναι να τον έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους μας. Ας δούμε την ίδια αξίωση διατυπωμένη από έναν ιδιώτη: ας πούμε ότι ο Χ έχει ακράδαντες αποδείξεις για το ότι το οικόπεδο του Ψ ανήκε στον πρόγονό του Ζ που έζησε τον 5ο αιώνα πΧ. Επίσης, μπορεί να αποδείξει ότι κάποια στιγμή στο παρελθόν ένας από τους ιδιοκτήτες του οικοπέδου, που ήταν και πρόγονος του Ψ, το απέκτησε με αθέμιτα μέσα. Έτσι, ο Χ ζητάει την επιστροφή του οικοπέδου γιατί «του το έκλεψαν». Ο Ψ σίγουρα θα σκεφτεί ότι ο Χ έχει χάσει τα λογικά του. Και ένας από τους λόγους που θα τον κάνουν να σκεφτεί έτσι είναι η τεράστια χρονική απόσταση ανάμεσα στον Ζ και τον Χ. Αυτή καθαυτή η απόσταση δεν αποκλείει τίποτα σε επίπεδο δικαιώματος: αν λχ ο Ζ είχε γράψει στη διαθήκη του ότι επιθυμεί το οικόπεδό του να καταλήξει το έτος 2009 σε έναν εξ αίματος συγγενή του, τότε η αξίωση του Χ θα είχε, ίσως, διαφορετική βάση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι, με τόσους ιδιοκτήτες να παρεμβάλλονται ανάμεσα στον Χ και τον Ζ, η βούλησή τους χάνεται στο χρόνο. Η κληροδοσία βασίζεται στη βούλησή μας να δώσουμε κάτι, μετά θάνατον, σε κάποιον άλλο. Η υπόθεση, λοιπόν, ότι δεδομένα κάπου υπάρχει μία τέτοια ισχυρή βούληση να περιέλθει ο Παρθενώνας στην stricto sensu ιδιοκτησία τη δική μου, τη δική σας και του Καραμανλή είναι παντελώς αβάσιμη. Και, θυμίζω, ο ισχυρισμός μας ότι είμαστε απευθείας απόγονοι του Περικλή και του Φειδία δεν είναι όσο δεδομένος θεώρησα ότι είναι ο ισχυρισμός του Χ στο παράδειγμά μου. Στην πραγματικότητα, οι αξιώσεις μας εγείρονται από το γεγονός και μόνο ότι ο Παρθενώνας βρίσκεται «στα χωράφια μας». Μια αρχή που, φυσικά, δεν είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε σε άλλες περιπτώσεις. Αυτή η στενή αντίληψη της έννοιας «ιδιοκτησία» που συνεπάγεται ότι «δικό μας είναι και ό,τι θέλουμε το κάνουμε», δεν μοιάζει να ταιριάζει στην περίπτωση που συζητούμε.
Continue reading ‘Τα Ελγίνεια, το δίκαιο και μια πρόταση’

Professor Dr. Dr. Sherlock Holmes

Το ξέρω ότι το εκλεκτό κοινό της αΜ/σΙ αναρωτιέται και γι’ αυτό θα σας το πω ευθύς αμέσως: ήταν ένα δύσκολο break που λένε και στο χωριό μου. Μάλωσα με ανέραστους μεσόκοπους που καβαλάνε τα πεζοδρόμια με τα τζιπ τους, με έφαγε η ορθοστασία σε ένα “ρεβεγιόν” που με πήγαν σηκωτό μετά από χρόνια και έμαθα ότι δεν είμαι παρά ένας προβοκάτορας διαδικτυακός περιπτεριούχος της ΦΙΣ. Ήλπιζα ότι με την επιστροφή μου στο μίζερο χωριό μας θα ηρεμούσα κάπως. Και τότε απήγαγαν τον Περικλή Παναγόπουλο. Ένας φίλος από τα παλιά, που δεν μου αναγνώριζε ποτέ καμμία άλλη ιδιότητα πέραν της δικηγορικής, με πήρε τηλέφωνο το βραδάκι και μου ανακοίνωσε υπερήφανος για τις φρέσκιες του ιδέες: “βάλε να δεις τις ειδήσεις στο ίντερνετ – έβγαλαν και συναδέλφους σου”. Στην απάντησή μου “και ποιος θέλει να ακούσει τηλεοπτικούς δικηγόρους να ψαρεύουν πελάτες;” απάντησε όλο καμάρι: “όχι ρε, εγκληματολόγοι είναι οι άνθρωποι¨. Αντιστάθηκα όσο μπορούσα, αλλά υπέκυψα: ξυπνάω το πρωί, φτιάχνω καφέ και πέφτω με τα μούτρα στον Ευαγγελάτο. Να δούμε τι θα πουν και οι συνάδελφοι…

Και τότε νοστάλγησα τους παραδοσιακούς δικηγόρους που μας ανοίγουν τα μάτια από τα δελτία ειδήσεων. Τι είναι αυτό, άραγε, που κάνει έναν άνθρωπο που έχει γράψει ένα διδακτορικό να βγαίνει στα κανάλια και να ανακοινώνει στο λαό ότι “δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα”; Όχι ότι δεν είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δήλωση – αρκεί να της αφιερώσει κανείς λίγο χρόνο. Για παράδειγμα, αναρωτιέμαι συχνά γιατί δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα. Επειδή δεν υπάρχουν τέλειοι άνθρωποι και, κατά συνέπεια, τέλειοι εγκληματίες; Επειδή τίποτα δεν είναι τέλειο σε αυτόν τον κόσμο; Επειδή είναι θεωρητικώς δυνατόν, αλλά δεν έχει βρεθεί ακόμα ο τέλειος εγκληματίας; Επειδή τα κριτήρια για την τελειότητα ενός εγκλήματος είναι πολύ αυστηρά και δεν αρκεί απλώς να μην συλληφθείς όπως έχει συμβεί τόσες και τόσες φορές; Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να μην είναι όσο θλιβερά και ανέπνευστα κοινότοπη νόμιζα αυτή η φράση. Αλλά, ευτυχώς, υπάρχει και η ανάλυση της επιστημονικής ορολογίας που κρατά το επίπεδο της συζήτησης σε υψηλά επίπεδα. Μάθαμε, για παράδειγμα, ότι η επιλογή, παρακολούθηση κλπ κλπ του υποψηφίου θύματος λέγεται θυματοποίηση, “όπως λέμε στην εγκληματολογία¨. Πέρα από το αν είναι ακριβές ή όχι αυτό, η μαγική φράση είναι αυτό το “όπως λέμε στην εγκληματολογία¨. Διότι οι μη εγκληματολόγοι όταν λένε “θυματοποίηση” εννοούν κυρίως “σεξουαλική διέγερση”: πχ “και περνάει μια ξανθιά με ένα μίνι, μεγάλε – πωπω θυματοποίηηηησηηη”.

Ακολούθως μάθαμε ωραία πράματα για το πως πρέπει να γίνονται οι έρευνες, για το τι σκέφτεται η αστυνομία και, κυρίως, για τον επαγγελματισμό των δραστών. Αυτό που με εξέπληξε ήταν ότι, τελικά, οι απαγωγείς του Περικλή Παναγόπουλου ήταν “επαγγελματίες”. Και πάλι, η δήλωση είναι ενδιαφέρουσα αν κάνεις τον κόπο να της αφιερώσεις λίγο χρόνο. Για παράδειγμα, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον επαγγελματία και τον ερασιτέχνη απαγωγέα; Ο ερασιτέχνης έχει κι άλλο επάγγελμα όπως οι ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές; Continue reading ‘Professor Dr. Dr. Sherlock Holmes’

Περί αποτυχίας του φιλελευθερισμού

Η πρόσφατη οικονομική κρίση και η ταύτισή της με την περίφημη ελεύθερη αγορά έχει οδηγήσει πολλούς στο συμπέρασμα ότι μπορεί πλέον να ειπωθεί με ασφάλεια πως ο φιλελευθερισμός απέτυχε. Η πορεία του επιχειρήματος μοιάζει να είναι η εξής: η οικονομική κρίση αποδεικνύει ότι η ελεύθερη αγορά απέτυχε και, εφόσον η τελευταία αποτελεί τη βασικότερη πλατφόρμα του φιλελευθερισμού, συνεπάγεται ότι και ο τελευταίος απέτυχε. Για τους σκοπούς του κειμένου δεν σκοπεύω να ασχοληθώ καθόλου με την αφετηρία του επιχειρήματος – δεν σκοπεύω, δηλαδή, να αρνηθώ την αποτυχία της ελεύθερης αγοράς. Αρνούμαι, όμως, το δεύτερο μέρος του συλλογισμού: η όποια αποτυχία της ελεύθερης αγοράς του δεύτερου μισού του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα δεν συνεπάγεται απαραιτήτως αποτυχία του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι μια θεωρία που πρωτοεμφανίστηκε με αμφίεση ωφελιμιστική. Ο ωφελιμισμός ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στους κύκλους της διανόησης του 19ου αιώνα και ο Mill βιάστηκε να ξεκαθαρίσει νωρίς στο On Liberty ότι παραιτείται κάθε πλεονεκτήματος που θα του έδινε η εξάρτηση από ένα “θεωρητικό δικαίωμα”. Ο φιλελεύθερος ωφελιμισμός έδωσε στην πορεία τη θέση του σε δικαιωματοκρατικές θεωρίες που κινήθηκαν -και κινούνται- γύρω από την έννοια της προσωπικής αυτονομίας. Το δικαίωμα -ή η ανάγκη για τους ωφελιμιστές- του ώριμου ανθρώπου στην προσωπική αυτονομία (στο εξής αυτονομία) συνεπάγεται, χωρίς αμφιβολία, και κάποιο βαθμό οικονομικής ελευθερίας. Ο αυτόνομος άνθρωπος είναι, μεταξύ άλλων, ελεύθερος να επιλέγει το επάγγελμά του, να διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους του κοκ. Πρόκεται, όμως, για μία ελευθερία που υπηρετεί το γενικότερο σκοπό που δεν είναι άλλος από το να είμαστε εμείς -και όχι κάποιος τρίτος- οι βασικοί συγγραφείς του βιβλίου της ζωής μας έτσι ώστε στο τέλος της να μπορούμε να πούμε ότι πράγματι, σε γενικές γραμμές, ζήσαμε όπως επιλέξαμε, τηρουμένων των αναλογιών.

Η πολυσυζητημένη “αποθέωση” της ελεύθερης αγοράς και η σταδιακή τοποθέτησή της στο επίκεντρο πολιτικών θεωριών που επικράτησε να αποκαλούνται φιλελεύθερες αφορά κατ’ εξοχήν τον λεγόμενο “νεοφιλελευθερισμό”, τον αμερικανικής κοπής (δεξιό) ελευθερισμό δηλαδή. Continue reading ‘Περί αποτυχίας του φιλελευθερισμού’

Ο Ομπάμα, ο ρατσισμός και τα κριτήρια της ψήφου

Η θριαμβευτική εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα μοιάζει να σημαίνει πολύ περισσότερα για τις ΗΠΑ από μία απλή μετάβαση από την συντηρητική και αναποτελεσματική ρεπουμπλικανική κυβέρνηση σε μία πιο ελπιδοφόρα δημοκρατική διοίκηση. Είναι η επιβεβαίωση του αμερικανικού ονείρου: ένας πάμφτωχος γόνος μονογονεϊκής οικογένειας, με πατέρα Αφρικανό και δύσκολα παιδικά χρόνια γίνεται Πρόεδρος των ΗΠΑ και μάλιστα σε νεαρή ηλικία. Φυσικά, ο Ομπάμα δεν είναι ούτε μικροεγκληματίας ούτε εργάτης: πριν εκλεγεί γερουσιαστής είχε ήδη μετατραπεί σε αμερικανό μεγαλοαστό με κορυφαίες σπουδές που του απέφεραν μία άνετη ζωή. Και είναι, ίσως, αλήθεια ότι μόνο στην Αμερική κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν. Από την άλλη, είναι ένα ενθαρρυντικό μήνυμα για το μέλλον ενός τόπου που ταλαιπωρήθηκε από την μισαλλοδοξία και τις εμμονές ενός παντελώς ακατάλληλου ηγέτη και που τώρα δείχνει να πιστεύει ξανά αφενός μεν ότι υπάρχουν άνθρωποι με το χάρισμα και το όνειρο του Ομπάμα, αφετέρου δε ότι οι Αμερικανοί μπορούν ακόμα να διακρίνουν και να προωθήσουν αυτούς τους ανθρώπους. Τέλος, αυτή η νέα πραγματικότητα εμπεριέχει και ένα βαθύτατο συμβολισμό: σε μία χώρα που αρνείτο μέχρι πριν 40 χρόνια να δώσει δικαίωμα ψήφου στους μαύρους, ένας Αφροαμερικανός εκλέγεται στο ανώτατο αξίωμα: η εποχή της ρατσιτικής Αμερικής ανήκει στο παρελθόν.

Συμφωνώ απόλυτα σε ό,τι αφορά την σημασία του συμβολισμού: έρχεται κάποτε η στιγμή που πρέπει να γίνει κάτι αστραφτερό και δραστικό συνάμα  προκειμένου να λάβουν όλοι το μήνυμα ότι τα πράγματα άλλαξαν. Και πολλές φορές έπιασα τον αυτό μου να θέλει να εκλεγεί ο Ομπάμα μόνο και μόνο στην υπηρεσία αυτού του συμβολισμού. Διατηρώ, όμως, τις επιφυλάξεις μου, πρώτον, για το κατά πόσον τα πράγματα, εν προκειμένω, πράγματι άλλαξαν και, δεύτερον, για το κατά πόσον αυτή η υπερβολική προσήλωση στον σκοπό της εκλογής ενός Αφροαμερικανού είναι θεμιτή. Και ξεκινώ με το πρώτο: τι ακριβώς επιδιώκει ένας προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος Αμερικανός; Αν αυτό που θέλει είναι να αποζημιώσει τους μαύρους συμπατριώτες του για τα δεινά στα οποία τους υπέβαλαν οι πρόγονοί του μέχρι και εξωφρενικά πρόσφατα, τότε ίσως και να πετυχαίνει σιγά-σιγά τον σκοπό του. Κι αν είναι μαύρος ο ίδιος και θέλει να ξεφορτωθεί τους φρεσκοξυρισμένους λευκούς που του σπάνε τα νεύρα και να εκδικηθεί τους ρατσιστές του Νότου που θα αυτοκτονήσουν ομαδικά οσονούπω τώρα που θα τους κυβερνάει ένας μαύρος, επίσης πέτυχε αυτό που ήθελε. Αν, όμως, αυτό που επιθυμούν οι ψηφοφόροι του Ομπάμα που χοροπηδάνε στις πλατείες και τα κανάλια (σε στυλ ‘Οπρα) είναι μια Αμερική απαλλαγμένοι από την προκατάληψη και την εκατέρωθεν φυλετική εχθρότητα, τότε πολύ φοβάμαι ότι αρμενίζουν στραβά. Κι αυτό γιατί το να ψηφίσουν το σύνολο των μαύρων και η συντριπτική πλειοψηφία των μη-λευκών υπέρ του μη-λευκού και οι περισσότεροι rednecks εναντίον του δεν συνιστά νίκη της ανεκτικότητας αλλά νίκη της υπάρχουσας κατάστασης. Κι αν η κατάσταση αυτή είναι μία κατάσταση διχασμού και ρατσιστικών καταλοίπων από τα 60’s, τότε ο πραγματικός σκοπός δεν επετεύχθη. Και ο πραγματικός σκοπός δεν πρέπει να είναι άλλος από μία κοινωνία στην οποία το χρώμα, η φυλή, η καταγωγή, η τάξη κοκ δε θα παίζουν κανένα ρόλο στην εκλογή των αντιπροσώπων του λαού. Αν κρίνει κανείς από τις θλιβερές ηλιθιότητες μεσήλικων ρεπουμπλικανών που πίστευαν και δήλωναν δημόσια ότι ο Ομπάμα είναι τρομοκράτης, μουσουλμάνος και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και τους ποδοσφαιρικούς πανηγυρισμούς των Αφροαμερικανών,το χρώμα, η καταγωγή, ακόμα κι ο ήχος του ονόματος μπορούν ακόμα να σου στερήσουν ή να σου χαρίσουν ένα αξίωμα. Αν είναι έτσι, η μισαλλοδοξία καλά κρατεί: είναι μία μάχη ανάμεσα σε “εμάς” και “αυτούς” με κριτήριο διαχωρισμού τη φυλή. Continue reading ‘Ο Ομπάμα, ο ρατσισμός και τα κριτήρια της ψήφου’

Ταξιδιωτικά ΙΙ

Κόντρα στο μίζερο κλίμα των καιρών και τους καυγάδες που συγκλονίζουν την ιστολογοσύνη αρνούμαι κατηγορηματικά να γράψω κάτι σοβαρό. Άλλωστε, η αγάπη για τις κουλτούρες και τις πατρίδες των άλλων είναι και αυτή αναμορφωτική – και σίγουρα πιο ευχάριστο θέμα συζήτησης από όλα αυτά που με απασχολούν και ξεκινώ  να γράψω κατά καιρούς. Βαλίτσες, διαβατήρια και φύγαμε, λοιπόν. Για να είμαι ειλικρινής, έφυγα: διότι, όπως θα έχετε όλοι καταλάβει, τα ταξιδιωτικά και τα περί τέχνης τα γράφω για να τα θυμάμαι και να τα χαίρομαι πρωτίστως εγώ. Ελπίζω να μου το συγχωρήσετε και να μην με παρεξηγείτε.

Ο πιο διάσημος περίπατος του κόσμου

Στενά… Στενάκια που οδηγούν σε άλλα στενά και δρομίσκοι που καταλήγουν σε δρομάκια. Οι βιαστικοί οδηγοί σου κορνάρουν για να χωθείς γρήγορα ανάμεσα σε δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα και ψάχνεις να βρεις λίγο χώρο στο πεζοδρόμιο και για σένα. Σιγά-σιγά νιώθεις τη θαλασσινή αύρα να σου γαργαλάει τα ρουθούνια και τα πεζοδρόμια φαρδαίνουν. Να και οι πρώτοι πεζόδρομοι με τα ακριβά καταστήματα και τις Γαλλίδες με το γρήγορο βάδισμα και το τσιγάρο να σιγοκαίει ως ξεχασμένο αξεσουάρ στο χέρι. Πριν περάσουν λίγα λεπτά διαπιστώνεις ότι είσαι βέβαιος για το κατά που πέφτει η θάλασσα και ανοίγεις το βήμα σου. Τα μεγάλα, πολυτελή ξενοδοχεία αρχίζουν να σε εκνευρίζουν με την οπισθοδρομική, επιτηδευμένη αρχοντιά τους και επιταχύνεις ακόμα περισσότερο. Και μετά ήρθαν οι φοίνικες όπως θα έλεγαν και οι καλλιτέχνες ανάμεσά μας. Το τοπίο αλλάζει και η παρακμή μοιάζει πλέον γοητευτική. Θάλασσα, αμμώδης παραλία και ένα ατελείωτο πλακόστρωτο για να απολάυσεις τη βόλτα σου. Λίγοι λουόμενοι (είναι λίγο αργά και σε λίγο σουρουπώνει), κάποιοι μυστήριοι που φτιάχνουν γλυπτά στην άμμο και λίγοι τουρίστες με κάμερες και φωτογραφικές μηχανές. Οι Κάννες παίρνουν τη βαθιά ανάσα που χωρίζει την περίοδο του φεστιβάλ από την καλοκαιρινή high season. Η περατζάδα είναι όλη δική σου και περπατάς αργά για να την απολαύσεις. Πριν χορτάσεις το περπάτημα και τη θαλασσινή αύρα το άσχημο κτήριο που φιλοξενεί τους σκηνοθέτες, τους ηθοποιούς και τα κατορθώματά τους σου κόβει τη θέα. Νοερά ο καθένας βλέπει ό,τι προτιμά μπροστά σε αυτό το μέγαρο: απαστράπτουσες παρουσίες, βαθυστόχαστους κριτικούς, ιδυοφυείς δημιουργούς. Εγώ βλέπω τον Αγγελόπουλο να βγαίνει φουριόζος απογοητευμένος μετά τη μη βράβευση του Τοπίου στην Ομίχλη. Και χαμογελάω ικανοποιημένος. Μετά, όμως, όλοι χώνονται στα σοκάκια για ένα δείπνο με μπόλικο κρασί. Όλοι εκτός από τους τουρίστες, φυσικά.

Ένας αγροίκος στην πόλη του sorry

Σε σπρώχνει κάποιος στην αποβάθρα του μετρό: σόρρυ. Σου κλείνει κάποιος το δρόμο στην Oxford Street: σόρρυ. Σε κάνει κάποιος να χύσεις λίγη μπύρα στην παμπ: σόρρυ. Στο κέντρο του Λονδίνου νιώθει κανείς ότι στριμώχνονται περισσότεροι άνθρωποι απ΄όσους αντέχει η πόλη. Continue reading ‘Ταξιδιωτικά ΙΙ’

Υπέρ του ηγουμένου Εφραίμ

Η προφανής πολιτική αστάθεια που έχει προκαλέσει το λεγόμενο σκάνδαλο του Βατοπαιδίου μου έχει προξενησει ιδιαίτερη εντύπωση. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν περίμενα πως κάτι τόσο αναμενόμενο και σύνηθες θα σόκαρε την κοινή γνώμη και θα επέτρεπε σε βουλευτές να κατηγορούν συναδέλφους τους και να απειλούν να τους στείλουν στα ποινικά δικαστήρια. Ακόμα λιγότερο, όμως, περίμενα την επίθεση που δέχεται  ο ηγούμενος Ευφραίμ και, σε κάποιο βαθμό, και ο παραδοσιακός ορθόδοξος μοναχισμός. Θεωρώ ότι ο ηγούμενος είχε, λόγω αιώνων αποδεκτής πρακτικής, το δικαίωμα να αναμένει εύλογα ότι η περίπτωσή του θα αντιμετωπισθεί όπως τόσες άλλες στην πορεία των αιώνων αυτών. Κι αυτό για τους παρακάτω λόγους που κατά σειρά αφορούν την ίδια την ορθοδοξία, τον μοναχισμό και το στάτους της Ελληνικής Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία.

1) Η ορθοδοξία έχει το θλιβερό προνόμιο να επιμένει στην τυπολατρία, τουλάχιστον σε επίπεδο καθημερινής επαφής ιερέα-πιστού περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο παρακλάδι του χριστιανισμού. Κανείς δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η άκαμπτη αυστηρότητα που εισήγαγε κυρίως ο Παύλος στην χριστιανική πίστη έπαιξε τεράστιο ρόλο σε επίπεδο δογματικό, αλλά οι ορθόδοξοι είχαν την ευκαιρία τους, με την εικονομαχία, να απαλλαγούν από κάποια βαρίδια – ευκαιρία την οποία σπατάλησαν κατά τρόπο μάλλον αναπόφευκτο. Η επικράτηση των “συντηρητικών” έδωσε τη χαριστική βολή σε μία εκκλησία που έχει πλέον χάσει κάθε πνευματικότητα και αναλώνεται σε ανούσιους τύπους και ανακύκλωση συμπλεγμάτων  και μισαλλοδοξίας. Όταν, όμως, ο πιστός παύει να αναρωτιέται για την αλήθεια που του αποκαλύπτει ο Θεός του, την ηθική και το δίκαιο που διαβλέπει στα διδάγματα της πίστης του κοκ με κάτι πρέπει να ασχολείται σε αυτό το σημαντικό κομμάτι της ζωήςτου. Και αρχίζει να κάνει ό,τι και τα κόμματα που δεν έχουν τίποτα πραγματικά πολιτικό να συζητήσουν: επικεντρώνονται στα πρόσωπα και τα ιδρύματα, διορίζουν “αντιπροσώπους του Θεού στη γη”, “αγίους ανθρώπους” και μέσω αυτών καθησυχάζουν τις ενοχές τους που τους ψιθυρίζουν καθημερινά στο αυτί ότι έχουν απομακρυνθεί από το Θεό. Η δύναμη των ανθρώπων αυτών δε θα μπορούσε παρά να είναι τεράστια στα μάτια των οπαδών τους διότι – θυμηθείτε!- στο πρόσωπό τους τιμάται το θείο που έχουν αυτοί οι άνθρωποι χάσει κάθε ελπίδα να επαναπροσεγγίσουν. Ο Ευφραίμ, όπως ο κάθε Ευφραίμ, παίζει ακριβώς αυτό το ρόλο του διαμεσολαβητή με τον οποίο πρέπει να τα έχουμε πάντα καλά. Κι επειδή είτε μαζί του θα είμαστε είτε εναντίον του, προτιμούμε, πλήρεις ενοχών, να είμαστε μαζί του: δεν τα βάζεις με ανθρώπους του Θεού. Κι αν μαζεύουν πλούτη, κυκλοφορούν με ελικόπτερα κοκ; Κάποιοι δε θυμούνται καν τη διαδασκαλία και το βίο του ιδρυτή της θρησκείας – σήμερα οι πιστοί είναι σαν τους ψευτοδιανοούμενους που ασχολούνται με ό,τι πιο “ψαγμένο” και ποτέ με τα “βασικά”: διαβάζουν βίους αγίων, ξέρουν απ’ έξω όλα τα τροπάρια, αλλά αγνοούν τα περισσότερα από τα λόγια του Ιησού. Και όσοι τα θυμούνται κατά καιρούς έχουν πάντα την επιλογή να αναφωνήσουν “κάτι θα ξέρει ο πάτερ (sic)” ή “απ’ το να τα παίρνουν ο ένας κι ο άλλος, καλύτερα η εκκλησία”. Continue reading ‘Υπέρ του ηγουμένου Εφραίμ’

Υπέρ της επιχορήγησης της τέχνης

Κατόπιν της πρόσφατης κουβεντούλας που κάναμε εδώ στην αΜ/Συνιστολόγιο για την τέχνη με αφορμή κάποιες ιστοριούλες που θυμήθηκα, ένας φίλος μου ζήτησε, ενώ στεκόμασταν μπροστά σε έναν από τους πίνακες που παρέθεσα στις αναρτήσεις μου, να γράψω ένα κομμάτι που θα εξηγεί γιατί είμαι υπέρ της κρατικής επιχορήγησης της τέχνης. Γιατί, δηλαδή, θεωρώ θεμιτή τη χρηματοδότηση μουσείων, γκαλερί, θεάτρων και μουσικών σκηνών από το κοινό ταμείο όταν είναι προφανές ότι πολλοί αδιαφορούν για όλα αυτά και δεν τα επισκέπτονται ποτέ. Το επιχείρημα εναντίον της πολιτικής αυτής είναι πολύ δημοφιλές στις τάξεις των φιλελεύθερων “ουδετεριστών”, εκείνων δηλαδή που θεωρούν ότι το κράτος δεν πρέπει να προωθεί ή να αποθαρρύνει κανένα συγκεκριμένο πρότυπο καλής ζωής. Εν προκειμένω, η επιλογή να χρηματοδοτηθεί  η όπερα λχ και όχι τα μπουζούκια προκύπτει από τη θέση ότι η πρώτη είναι πιο πολύτιμη από τα δεύτερα και, άρα, είναι καλύτερο για κάποιον να πηγαίνει στην όπερα παρά στα μπουζούκια. Εκείνοι, λοιπόν, που προτιμούν τον Πλούταρχο αδικούνται διότι αφενός μεν οι επιλογές τους απαξιώνονται, αφετέρου δε οι πόροι κατανέμονται άνισα αφού αφιερώνονται στη ικανοποίηση των λίγων και όχι των πολλών. Διότι, φυσικά, είναι λίγοι εκείνοι που αγαπούν το θέατρο του παραλόγου και τον Πουτσίνι και πολλοί εκείνοι που τα βαριούνται θανάσιμα. Η συζήτηση είναι εκτενής και, σε ορισμένα σημεία της, ιδιαίτερα περίπλοκη και, συνεπώς, μόνο μία επιδερμική προσέγγιση είνα δυνατή στο πλαίσιο μίας τέτοιας ανάρτησης. Η θετική θέση μου είναι σύμφωνη με τη γενικότερη πολιτική μου θεωρία: δε βλέπω τίποτα το κακό στην μη-εξαναγκαστική προώθηση πολύτιμων επιλογών. Υπάρχει, όμως, μία πολιτική θεωρία που αυτό το αρνείται και θα προσπαθήσω να δείξω ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμα και η άρνηση του λεγόμενου “φιλελεύθερου περφεξιονισμού” δεν αποκλείει τη κρατική χρηματοδότηση της τέχνης. Όσοι δεν προσυπογράφουν αυτή την άρνηση δε χρειάζεται να πεισθούν.

Δύο είναι οι δημοφιλέστερες θεωρίες πολιτικής ουδετερότητας. Η πρώτη αποδίδεται στο Νόζικ και απαγορεύει στο κράτος να αιτιολογεί τις ενέργειές του στη βάση της λογικής ότι κάποιος τρόπος ζωής είναι καλύτερος από κάποιον άλλο. Η δεύτερη ανήκει στο Ρωλς που επιμένει ότι βασικός στόχος της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η εξασφάλιση σε όλους τους πολίτες ίσων πιθανοτήτων να ζήσουν μία καλή ζωή όπως την αντιλαμβάνονται οι ίδιοι. Η τρίτη μεγάλη κατηγορία ουδετεριστών προσυπογράφει μία αρχή που συνοψίζεται χονδρικά στη φράση “καμμία ενέργεια του κράτους που καθιστά ευχερέστερη την απόλαυση ή επιλογή ενός τρόπου ζωής δεν είναι ανεκτή αν δεν αντισταθμίζεται με αντίστοιχες ενέργειες προς όφελος των υπολοίπων πολιτών που δεν επιλέγουν την συγκεκριμένη ζωή”. Θα ασχοληθώ κυρίως με τις δύο πρώτες θέσεις, καθώς θεωρώ ότι η τρίτη είναι καταφανέστατα προβληματική. Στο τέλος, όμως, η τοποθέτησή μου θα αφορά εξίσου όλες τις παραπάνω κατηγορίες πολιτικών ουδετεριστών. Continue reading ‘Υπέρ της επιχορήγησης της τέχνης’

Κατά της δημοσίευσης των ονομάτων και φωτογραφιών των κατηγορουμένων

Με αφορμή την πραγματικά ανατριχιαστική υπόθεση παιδικής πορνογραφίας/σεξουαλικής κακοποίησης που συγκλονίσε τον τόπο πριν από λίγο καιρό θυμηθήκαμε διά των εκπροσώπων μας που εμφανίζονται στα δελτία των 8 τη διάταξη που επιτρέπει τη δημοσίευση των ονομάτων των κατηγορουμένων για τέτοιες υποθέσεις. Φυσικά, δεν συγκλονιστήκαμε -κρίνοντας πάντα από τις αντιδράσεις των εκπροσώπων μας- όσο ταραχτήκαμε από τις αγωγές του Βγενόπουλου και την τιμή του γιαουρτιού αλλά αυτό ίσως και να είναι θετικό: πριν από λίγα χρόνια θα απορούσαμε που κάτι τέτοιο συνέβη στην Ελλάδα λες και η παιδεραστία βρίσκεται στα γονίδια των φράγκων και των βαρβάρων μονάχα. Τα ονόματα δημοσιεύτηκαν τελικά αλλά οι λαϊκοί ήρωες της αγαπημένης μας ηλεκτρικής συσκευής επιμένουν: πρέπει να δημοσιεύονται και οι φωτογραφίες και μάλιστα σε περισσότερες περιπτώσεις εγκλημάτων. Αφενός μεν συχνά συμβαίνει να έχουμε ομολογίες και ατράνταχτες “επιστημονικές” αποδείξεις αφετέρου δε σε πολλές χώρες με “αναπτυγμένο νομικό πολιτισμό” έτσι γίνεται. Ας το δούμε λίγο πιο προσεχτικά το ζήτημα.

Ι. Κάθε άνθρωπος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του. Η ενοχή αποδεικνύεται στα και ανακοινώνεται από τα δικαστήρια. Αυτή είναι μία αρχή που θεωρείται λίγο-πολύ αυτονόητη και δεν αμφισβητείται στις μέρες μας. Όταν κάποιος, λοιπόν, συλλαμβάνεται παραμένει αθώος μέχρι της ανακηρύξεώς του ως ενόχου από το δικαστή του ακόμα κι αν συνελήφθη με το όπλο στα χέρια και το κεφάλι του θύματος στην ποδιά του.”Μα”, θα εξανίσταντο οι Πάνοι Σόμπολοι τούτου του κόσμου, “ο ένοχος ομολόγησε”. Η ομολογία δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής κατά τη δικονομία μας και αυτό όχι μόνο για λόγους αρχής: μπορεί κανείς να ομολογήσει ένα έγκλημα για μία σειρά από απολύτως κατανοητούς λόγους. Μία μητέρα ομολογεί για να σώσει το γιο της, ένας μοναχικός γέροντας για να σώσει ένα νέο παιδί, ένας ήδη φυλακισμένος εγκληματίας για να “βγάλει την υποχρέωση” απέναντι σε ένα συνάδελφο, ένας αθώος απλά και μόνο επειδή απειλήθηκε κοκ. “Έστω”, θα επιμείνει ο διαλογικός μου αντίπαλος, “αλλά αποδείχθηκε επιστημονικά ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος πυροβόλησε με το όπλο που σκότωσε το θύμα”. Τα αποδεικτικά μέσα, απαντώ εγώ, αξιολογούνται από τους ειδικούς και τους δικαστές. Και αυτό γίνεται στις αίθουσες των δικαστηρίων, σε δημόσιες συνεδριάσεις, και όχι στα γραφεία των ανακριτών ή στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ανάμεσα στους τελευταίους και τους δημοσιογράφους φίλους τους. Εδώ, ας μου επιτραπεί μία παρέκβαση: θα θυμηθεί κανείς ότι η ανάκριση είναι μυστική; Ρωτώ τόσο τους δικαστές όσο και τους δικηγόρους. Διότι το γεγονός ότι καταθέσεις και αποδεικτικά μέσα φθάνουν στα δελτία ειδήσεων και αξιολογούνται στις τηλε-δίκες δεν μοιάζει να απασχολεί κανέναν. Ούτε η δήλωση του τρισχαριτωμένου γκριζομάλλη πανσόφου σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να αλλάξει ο νόμος γιατί όλοι έχουν πρόσβαση στις δικογραφίες και δεν πρόκειται να πάψουν να το κάνουν. Εγώ προτείνω να καταργηθεί και ο ΚΟΚ – αυτόν κι αν τον παραβιάζουν όλοι. Η προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και η μη ενοχοποίηση και διαπόμπευσή του πριν τη δίκη του είναι εκ των ων ουκ άνευ για μία πολιτισμένη χώρα. Κι αν κάποιες άλλες πολιτισμένες χώρες πράττουν αντίθετα, κάνουν πολύ άσχημα και διακινδυνεύουν το status τους ως τέτοιων. Επιπροσθέτως, αρχίζω να νιώθω ότι η έννοια “χώρα με νομικό πολιτισμό” γίνεται όλο και πιο δύσχρηστη στις μέρες μας: η Μ. Βρετανία, για παράδειγμα, με την μακρά παράδοσή της, τα έχει κάνει θάλασσα στον τομέα των δικαιωμάτων των συλληφθέντων/κατηγορουμένων (λίγο έλειψε να πέσει η κυβέρνηση με την επέκταση της κράτησης χωρίς απαγγελία κατηγορίας) υπό το κράτος του φόβου για την τρομοκρατία. Συνελόντι ειπείν, υπάρχουν πολύ καλοί θεσμικοί και πρακτικοί λόγοι για να αφήσουμε την κρίση της ενοχής των κατηγορουμένων για τις αίθουσες των δικαστηρίων και να μην τους περιφέρουμε ως εγκληματίες στα δελτία ειδήσεων. Continue reading ‘Κατά της δημοσίευσης των ονομάτων και φωτογραφιών των κατηγορουμένων’

Οι ιστορίες πίσω από την τέχνη ΙΙ

Ο επαναστάτης Φαραώ

Όπως όλοι έχουμε παρατηρήσει, η τέχνη της αρχαίας Αιγύπτου απεχθανόταν την πρωτοτυπία. Οι τεχνίτες ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν τις προσταγές ενός πολύ αυστηρού ύφους που είναι, λίγο-πολύ, οικείο σε όλους μας: οι “πόζες” των βασιλέων και των αρχόντων, οι εντελώς αφύσικες στάσεις του σώματος ώστε να διακρίνονται καθαρά όλα τα μέλη κοκ. Όλα αυτά ήταν απολύτως δικαιολογημένα, αν αναλογισθεί κανείς την εντελώς πρακτική χρησιμότητα της αναπαράστασης για τους Αιγύπτιους: όπως ακριβώς έκαναν οι ταριχευτές με τις μούμιες, οι καλλιτέχνες έπρεπε να βοηθήσουν το πρόσωπο να ζήσει διά της εικόνας του. Όσο πιο “παραδοσιακά” γίνονταν όλα αυτά τόσο το καλύτερο. Όλα αυτά τα κατανοούσε μόνο μέχρι ενός σημείου ο μονάρχης που απεικονίζεται αριστερά. Ήταν ο Αμένωφις ο Δ’, ένας πραγματικός επαναστάτης που αρνήθηκε πολλές από τις υπεράνω κριτικής παραδόσεις της εποχής του. Κουραζόταν από τη λατρεία των αμέτρητων θεών των συμπατριωτών του και αντ’ αυτών αποφάσισε να λατρεύει το θεό Ήλιο, τον Ατέν, που ανακηρύχθηκε ανώτερος όλων – μάλιστα άλλαξε και το δικό του όνομα σε Αχνατέν. Θα πρέπει να ήταν άνθρωπος των άκρων γενικότερα, όπως μαρτυρά το πορτρέτο του. Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται η εμμονή του στην ακριβή αναπαράσταση των ομολογουμένως άσχημων χαρακτηριστικών του: όπως εξηγεί ο Gombrich, είτε πίστευε ότι ήταν προφήτης τρανός και έπρεπε να διασωθεί η φυσιογνωμία του είτε θεωρούσε άσκοπη την απόκρυψη της ανθρώπινης αδυναμίας και απαγόρευε κάθε εξωραϊσμό. Σε κάθε περίπτωση, ήταν ένας τολμηρός καινοτόμος.

Continue reading ‘Οι ιστορίες πίσω από την τέχνη ΙΙ’

Οι ιστορίες πίσω από την τέχνη

Σημείωση: Θα έχετε παρατηρήσει τις τελευταίες ημέρες ότι, με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη ελλήνων ιστολόγων στο ΕΚ, έχει ξεκινήσει ένας μάλλον τραχύς διάλογος στην ελληνόφωνη ιστολογοσύνη. Όσοι πήγαν, λοιπόν, στις Βρυξέλλες μοιάζουν να δικαιολογούνται σε όσους έμειναν πίσω συμπεριφερόμενοι ως υπόχρεοι λογοδοσίας ή λεπτομερούς αναφοράς στους “συναδέλφους” τους που επίσης μοιάζουν να αναμένουν κάτι τέτοιο. Παραβλέποντας το σουρεαλιστικό του πράγματος (όταν έλληνες φιλοτελιστές συμμετέχουν σε μία διεθνή συνάντηση ενημερώνουν τους συν-χομπίστες τους όταν επιστρέψουν;) θέλω να διευκρινίσω το εξής: όσον με αφορά θεωρώ αστεία οποιαδήποτε έννοια συλλογικής ιστολογικής συνείδησης ή συνδικαλιστικού τύπου συντεχνίας “μπλόγκερς”. Είμαι και μπλόγκερ, όπως είμαι μοντελιστής, φίλαθλος, σκακιστής κοκ – αλλά καμμία από αυτές τις δευτερεύουσες ασχολίες μου δεν με ορίζει ή με κατατάσσει σε κάποια κατηγορία και, συνεπώς, δεν αναγνωρίζω καμμία υποχρέωση ή δικαίωμα που να εκπορεύεται από την αντίστοιχη ιδιότητα. Με κίνδυνο, λοιπόν, να χάσω και τους λίγους που ασχολούνται μαζί μου, σας λέω ευθέως: όσοι με διαβάζουν στη βάση μίας ιστολογικής διαστροφής σαν αυτή που περιγράφω παραπάνω παρακαλούνται είτε να βρουν κάποιο καλύτερο λόγο (πράγμα, πράγματι, δύσκολο) είτε να πάψουν διότι, υπό την φορτισμένη κατ΄αυτό τον τρόπο έννοια, δεν είμαι μπλόγκερ.

Στα μουσεία και τις πινακοθήκες κυκλοφορούν, κατά βάση, τριών ειδών επισκέπτες. Πρώτα απ’ όλα, είναι εκείνοι που γνωρίζουν αρκετά ως πολύ καλά τα περί τέχνης και αφιερώνουν ώρες ατελείωτες σε κάθε πινελιά ή παρέκκλιση από την κυρίαρχη τεχνοτροπία. Στο άλλο άκρο, υπάρχουν εκείνοι που δεν έχουν εισαχθεί ποτέ στην περιπέτεια της αισθητικής απόλαυσης ενός έργου τέχνης και απλώς περιδιαβαίνουν το χώρο περιμένοντας την ώρα που θα φύγουν και θα μπορούν πια να λένε “φυσικά και έχω δει τη Μόνα-Λίζα, μιλάμε για αριστούργημα”. Τέλος, υπάρχουν εκείνοι που ξέρουν ελάχιστα, που θα ήθελαν να μυηθούν και που προσπαθούν να μετάσχουν της απόλαυσης αυτής και τρέχουν στο Τολέδο για να δουν την ταφή του κόμητα Οργκάθ μήπως και καταλάβουν γιατί τόσο μαγεύονται οι ειδικοί από τούτη τη ζωγραφιά του Γκρέκο.  Αυτοί οι τελευταίοι, στους οποίους ανήκω κι εγώ, ίσως λόγω της περιορισμένης ικανότητάς τους να χαρούν ένα έργο, αγαπούν ιδιαίτερα τις ιστορίες πίσω από αυτό – ειδικά όταν είναι κάπως πιο συναρπαστικές από το συνηθισμένο. Άλλωστε, μια καλή ιστορία έχει τη δική της αξία και, θυμηθείτε παρακαλώ, ότι δεν πρέπει ποτέ να αφήνουμε την πραγματικότητα να την καταστρέψει.

Ο πρώτος σταρ

Πλησιάζοντας στα μέσα του 13ου αιώνα η δυτική γλυπτική είχε ήδη κατορθώσει να εκμεταλλευτεί τα επιτεύγματα της κλασικής τέχνης και, αργά αλλά σταθερά, να ξεφύγει από τις αυστηρές και χονδροειδείς μεσαιωνικές τεχνικές. Οι μορφές γίνονταν τώρα πιο πλαστικές και η απεικόνιση της φύσης πιο “ζωντανή”. Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν εξίσου ρόδινα και στη ζωγραφική: ο ζωγράφος έπρεπε να παλέψει με πολύ λιγότερα μέσα σε σχέση με το γλύπτη που, αν μη τι άλλο, είχε στα χέρια ένα τρισδιάστατο υλικό. Τα απαραίτητα μέσα, παρόλα αυτά, υπήρχαν και δεν έμενε παρά να βρεθεί ένας μεγαλοφυής πρωτοπόρος για να αρχίσει μία νέα, μεγαλειώδης, εποχή για την τέχνη. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο πρώτος πραγματικός καλλιτέχνης-σταρ. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γίνει ένας υπηρέτης της τέχνης τόσο διάσημος και δημοφιλής όσο εκείνος – οι συνάδελφοί του από την αρχαιότητα μέχρι τότε ήταν περισσότερο σεβαστοί τεχνίτες που κατασκεύαζαν χρηστικά αντικείμενα (ναούς, γλυπτά και εικόνες για τη θρησκευτική λατρεία κοκ) παρά καλλιτέχνες θαυμαστοί για το πνεύμα και το ταλέντο τους. Όλα αυτά άλλαξαν με τον Giotto di Bondone και τις περίφημες νωπογραφίες του. Ένας σοβαρός ιστορικός της τέχνης θα μας θύμιζε ότι ο Τζιότο δεν εφηύρε κάτι το πραγματικά νέο – απλά συνδύασε και αξιοποίησε τη βυζαντινή εικονογραφική παράδοση και τη γλυπτική του Βορρά. Από τους πρώτους πήρε την ελληνιστική κληρονομιά με τις φωτοσκιάσεις, τις βραχύνσεις και τις λεπτές μορφές. Από τη δεύτερη την προοπτική και τη στιβαρότητα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα αριστούργημα θεατρικής αναπαράστασης σαν αυτό που παραθέτω δεξιά. Σε αυτό το Θρήνο για το Χρηστό η εικόνα δε διηγείται απλά μία ιστορία όπως έκαναν οι καλλιτέχνες του μεσαίωνα αλλά, εγκαταλείποντας πλήρως τις αιγυπτιακού τύπου αφηγηματικές τεχνικές, στήνει μία πραγματική παράσταση. Ο χώρος ανάμεσα στις μορφές είναι σαφής και μοιάζει αρκετός για να κινηθούν άπαντες κατά βούληση και κάθε συμμετέχων έχει τη δική του έκφραση και συναισθηματική φόρτιση. Ακόμα και οι συνωστισμένοι στο πρώτο πλάνο δεν είναι “κολλημένοι” μεταξύ τους – η καινοτομία του Τζιότο είναι προφανής. Η απήχηση του νέου ύφους στο φλωρεντινό κοινό ήταν τεράστια και ο βασικός εκφραστής του έγινε γρήγορα μία πραγματική διασημότητα σε ολόκληρη την Ιταλία σε σημείο που να κυκλοφορούν ανεκδοτικές ιστορίες για τα κατορθώματά του. Μέχρι τότε, οι καλλιτέχνες ήταν τεχνίτες που, συχνά-πυκνά, ξεχνούσαν ή απέφευγαν να υπογράψουν τα έργα τους. Από τον Τζιότο και μετά, αρχίζει η χρυσή εποχή των μεγάλων δημιουργών. Continue reading ‘Οι ιστορίες πίσω από την τέχνη’

Στο σταθμό του Μονάχου κι άλλες ταξιδιωτικές ιστορίες

Αν δεν ήμουν επαγγελματίας ιστολόγος που παίρνει μερίδιο από το μισθό που καταθέτει μηνιαίως στον Σώτο το διεθνές κεφάλαιο, ο σιωνισμός και το Υπουργείο Οικονομικών θα ήμουν συγγραφέας ταξιδιωτικών οδηγών γεμάτων με άχρηστες πληροφορίες. Στο μέλλον σκοπεύω να ταλαιπωρήσω τους επισκέπτες μας με ταξιδιωτικά κείμενα για συγκεκριμένους προορισμούς. Προς το παρόν, προτιμώ να εγκαινιάσω την σειρά “Ταξιδιωτικά” ενθυμούμενος όσα αποκαλύπτει ο καπνός και κρύβει το σκοτάδι μιας καλοκαιρινής νύχτας για όλες εκείνες τις ίσως ασήμαντες περιηγητικές εικόνες που για κάποιο περίεργο λόγο αρνούνται να βγουν από το μυαλό μας.

Βενετσιάνικη ομίχλη

Από τον καιρό που αρχίζει κανείς να συλλογίζεται τα ταξίδια αντιλαμβάνεται την σημασία της Βενετίας. Αν μάλιστα είναι και ολίγον σινεφίλ αρχίζει να φαντασιώνεται την αγαπημένη του εκδοχή της συγκεκριμένης πόλης ανάλογα με τον καλλιτέχνη που εμπιστεύεται: για να λέει, για παράδειγμα, ο Ford/Indy “Ah, Venice” πριν χαρίσει αμερικάνικο πάθος στην ψηλή γερμανίδα πράκτορα κάτι θα ξέρει. Και δεν μπορεί κοτζάμ Καρέζη να παντρεύτηκε στο τσακα-τσακα τον Αλεξανδράκη μόνο για το αντριλίκι του – κάποιο ρόλο θα έπαιξαν και τα βενετσιάνικα καφέ με τα τραπεζάκια τους στο πλακόστρωτο. Εγώ, όμως, άλλη Βενετία ήθελα να δω: τα κανάλια και τη λιμνοθάλασσα μέσα στην ομίχλη, όπως τα είδε ο Βισκόντι και τα έζησε ο Ντόναλντ ο Σάδερλαντ κυνηγώντας φαντάσματα και δολοφόνους. Και πράγματι, η θέα της πόλης που έχει υποκύψει στο πλέον γοητευτικό των φυσικών φαινομένων είναι μαγευτική και συγκρίνεται μόνο με την αντίστοιχη αίσθηση που αναδύει η ομιχλώδης λιμνοθάλασσα: το νεκροταφείο που μοιάζει να βγαίνει από την πιο κοινότοπη ταινία θρίλερ, το Μπουράνο που θα ζήλευε ο Αγγελόπουλος και το Τορτσέλο με την εκκλησία του να δεσπόζει στο λιτό τοπίο. Και είναι ειρωνικό το πόσο γοητευτικότερη είναι μία πανέμορφη πόλη όταν δεν μπορείς να δεις καθαρά τις χάρες της.

Μαυριτανικές ονειρώξεις

Όσο κι αν εξακολουθώ να έχω μια αδυναμία στην κατά Placido (αλλά και την κατά Lanza) προσέγγιση του “Granada” δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω το προφανές: ο Lara, Μεξικανός ων, δεν τα πήγε άσχημα στους στίχους αλλά τα έκανε θάλασσα στην μουσική. Και εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι, μια που η μουσική είναι πράγματι υπέροχη: αν η Γρανάδα πρέπει να μπει σε νότες και διαστήματα, το αποτέλεσμα είναι απαραίτητο να είναι αισθαντικό και ελαφρώς σκοτεινό και όχι πομπώδες και αλέγκρο. Continue reading ‘Στο σταθμό του Μονάχου κι άλλες ταξιδιωτικές ιστορίες’

Δεν είναι όλα (μικρο)πολιτική

Με αφορμή το τραγικό ατύχημα στο Πέραμα παρακολουθούμε μία, κατά την προσωπική μου άποψη, ανατριχιαστική παράσταση. Βουλευτές, δήμαρχοι και συνδικαλιστές έσπευσαν να πολιτικοποιήσουν τους θανάτους των συνανθρώπων μας και να επικεντρώσουν τις δηλώσεις τους στα θύματα της ταξικής πάλης που θρηνεί η αριστερά. Ακούστηκαν φράσεις του τύπου “είναι φτηνές οι ζωές των εργατών για τους αστούς” και “ζούμε το χρονικό προαναγγελθέντων (sic) δολοφονιών” από βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου. Και ο κλασικός συνδικαλιστής με το σκονάκι μας ενημέρωσε κομπιάζοντας -για να θυμηθεί το τσιτάτο- ότι πρέπει όλοι να αγωνιστούμε για την κατάργηση των υφισταμένων δομών που μας επιβάλλουν τα “κόμματα της πλουτοκρατίας”. Οι λίγες γραμμές που ακολουθούν σίγουρα θα ενοχλήσουν πολλούς αλλά θεωρώ πως πρέπει να γραφτούν.

Ίσως όλα αυτά να είναι αλήθεια: ίσως οι αστοί να μη δίνουν δεκάρα για τη ζωή ή το θάνατο των εργατών και να πρέπει άμεσα να κατέβουμε στους δρόμους για να αλλάξουν οι δομές. Κάποια άλλα, όπως το ότι τα κόμματα που λαμβάνουν το 80% των ψήφων τουλάχιστον τα ψηφίζει η πλουτοκρατία (πόσοι είναι πια αυτοί οι πλούσιοι;), δεν είναι αλήθεια. Αλλά και η ταξική πάλη θα πρέπει να διέπεται από κάποιες ηθικές αρχές. Πρώτα απ’ όλα, η πολιτική δεν μπορεί να γίνεται ακόμα και πάνω από τα πτώματα. Είναι τόσο δύσκολο πια να εκφράσει κάποιος την οδύνη του, να πει δυο λόγια για τις συνθήκες εργασίας και να επιφυλαχθεί για τα υπόλοιπα; Τόση αναλγησία πια; Από την άλλη, οι άνθρωποι που πέθαναν ήταν σαν όλους εμάς – ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο άνθρωποι. Οι πολεμικές δηλώσεις πάνω από τις σορούς τους συντηρούν την αντίληψη ότι υπάρχουν νεκροί “δικοί μας” και “δικοί τους”. Αν ένας εφοπλιστής εγκληματικά αδιαφόρησε για τους εργάτες που χάθηκαν με αποτέλεσμα αυτό που συνέβη αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι “αστοί” δε δίνουν δεκάρα για τη ζωή των “εργατών”. Όπως αν ένας μεθυσμένος νταλικέρης λιώσει έναν μεγαλοδικηγόρο που οδηγεί την μερσεντές του δε θα σκοτώσει τον αστό ως εκπρόσωπος της εργατιάς. Φυσικά, ατυχήματα γίνονται παντού και για διάφορους λόγους, αλλά είμαι έτοιμος να δεχθώ ότι στην Ελλάδα δεν κάνουμε ό,τι θα έπρεπε για να τα αποφύγουμε – στην πραγματικότητα είμαι βέβαιος ότι είναι έτσι. Οι ανεπαρκείς έλεγχοι ή τα ελλιπή μέτρα ασφαλείας, όμως, δεν είναι παρά μία ακόμα έκφανση της ανοργανωσιάς που διέπει τα πάντα σε τούτο τον τόπο. Υποχρέωση όλων μας είναι να επιμένουμε και να αγωνιζόμαστε για την αλλαγή αυτής της κατάστασης. Όχι επειδή αυτό είναι το δίκιο του εργάτη αλλά επειδή αυτό είναι το δίκαιο. Σκέτο, χωρίς αστούς, εργάτες, πλουτοκρατίες και χαλβατζήδες. Continue reading ‘Δεν είναι όλα (μικρο)πολιτική’

Οι φιλόσοφοι του διαδικτύου

Μετά την μεγάλη επιτυχία των “Διανοούμενων του Διαδικτύου”, η πολυαναμενόμενη -από εμένα και μόνο- συνέχεια έφτασε. Στις λίγες γραμμές που ακολουθούν θα λατρέψω με ταπεινότητα και σεβασμό τους πλέον εκλεκτούς της ανώτερης αυτής τάξης που εκθείασα σ’ εκείνο το κειμενάκι. Θα το κάνω με την ίδια χαλαρή διάθεση και γι’ αυτό καλώ όσους τα παίρνουν λίγο προσωπικά κάτι τέτοια να σταματήσουν εδώ. Ας μην παρεξηγηθώ, όμως, πριν καλά-καλά αρχίσω: μου αρέσει όσο τίποτα να συζητούμε για θέματα κανονιστικά ή “θεωρητικά” – το δίκαιο, το ορθό, τις πολιτικές μας αρχές, τους ηθικούς μας κανόνες κοκ. Κι εγώ ερασιτέχνης είμαι και το χαίρομαι όσο μπορώ. Αλλά οι φιλόσοφοι του διαδικτύου (στο εξής ΦΔ) δεν είναι εδώ για να συζητήσουν αλλά για να μας κάνουν ανθρώπους. Πώς; Ως ακολούθως…

Τι κάνεις όταν θέλεις να πεις τη γνώμη σου για ένα θέμα σαν τα παραπάνω; Από την στιγμή που γράφεις στο διαδίκτυο τι πιο λογικό από το να χρησιμοποιήσεις το διαδίκτυο; Δε θα εξαπατήσεις κανέναν, απλά θα ενισχύσεις τις γνώσεις σου με λίγο γκουγκλαρισματάκι. Για παράδειγμα: ξέρεις ότι ο Dworkin λέει ότι το κράτος πρέπει να είναι ουδέτερο απέναντι στις διάφορες αντιλήψεις της καλής ζωής – γκουγκλάρεις για να το επιβεβαιώσεις. Αυτό ακούγεται βολικό για αυτό που θέλεις να πεις και δεν είναι άλλο από το ότι πχ το ελληνικό κράτος δεν πρέπει να πληρώνει τόσα και τόσα λεφτά για να συντηρεί την Εθνική Λυρική Σκηνή. Και ο Νόζικ ήταν υπέρ του ουδετερισμού -γκουγκλάρισμα για να μην γίνουμε ρεζίλι- άρα κι αυτός μας βολεύει. Λες λοιπόν: “σπουδαίοι ουδετεριστές φιλόσοφοι, σαν τον Dworkin και τον Nozick, υποστηρίζουν αυτή τη θέση που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του φιλελευθερισμού”. Λογικό; Απολύτως, αφού δύο άνθρωποι που φέρονται ως εκπρόσωποι των δύο άκρων του φιλελεύθερου φάσματος (προς τα δεξιά ο Νόζικ, προς τα αριστερά ο Dworkin) συμφωνούν. Σωστό; Αμ δε… Ο μεν Dworkin τίθεται ρητώς υπέρ της χρηματοδότησης αυτού του τύπου στο A Matter of Principle (με ένα καθόλου πειστικό επιχείρημα αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία), ο δε Νόζικ απαιτεί απλά να μην γίνεται η εν λόγω χρηματοδότηση στη βάση της λογικής ότι η μία ζωή με όπερα λχ είναι ανώτερη από μία ζωή με μπουζούκια. Αλλά υπάρχουν 1002 λόγοι για τους οποίους θα μπορούσε να χρηματοδοτείται η όπερα από την Πολιτεία με τους οποίους ο Νόζικ δε θα διαφωνούσε. Και δε θα διαφωνούσε για να σώσει τη θεωρία του από μία θανάσιμη παγίδα που ο ίδιος θεωρεί ότι καταδεικνύει ένα υποκρυπτόμενο σε άλλους τύπους ουδετερισμού absurdum. Ψιλά γράμματα; Καθόλου – χοντρά και κεφαλαία για όποιον έχει υπ’ όψιν του όχι το έργο των συγκεκριμένων ανθρώπων αλλά έστω το debate που λένε και στο χωριό μου. Αλλά η πραγματική ζωή είναι πιο συναρπαστική από τα παραδείγματα. Κάποτε, ένας ιστολόγος έγραψε ένα κείμενο με πολύ -μα πάρα πολύ- Νόζικ (καλή ώρα). Ένας δόλιος αναγνώστης τον ρώτησε αν έχει διαβάσει το Anarchy, State and Utopia (όχι δεν ήμουν εγώ). Η απάντηση ήταν αφοπλιστική: “το διάβασα πριν χρόνια και τώρα του έριξα άλλη μια ματιά για το κείμενο”. Όποιος γνωρίζει πως ρίχνει κανείς μια ματιά στο συγκεκριμένο πόνημα παρακαλείται να με ενημερώσει γιατί μετά από 3 αναγνώσεις και πολλές σχετικές μελέτες και σχολιασμούς ακόμα δεν το έχω πολυκαταλάβει. The magic that bloggers do… Α, να μην ξεχάσω: προσθέτεις κι ένα μάγκικο “τι νόημα έχει αυτή η ερώτηση τώρα;” και ο λαός καταλαβαίνει με ποιον έχει να κάνει. Αν έχεις επιχειρήματα, ρίχτα να σε ισοπεδώσω προβοκάτορα.

Μία ακόμα βασική αρχή της διαδικτυακής φιλοσοφικής διδασκαλίας είναι οι απόλυτες και ανυποχώρητες δηλώσεις. Σε ένα διδακτορικό φιλοσοφίας γράφεις: “οι παραπάνω παρατηρήσεις φαίνεται πως καταδεικνύουν ότι το επιχείρημα του Χ δυσκολεύεται να πείσει ως προς την ορθότητα του Ψ”. Ο ΦΔ γράφει: “αυτό αποδεικνύει ότι ο Χ έκανε ένα πασιφανές και χονδροειδές σφάλμα όταν έλεγε το Ψ”. Για τους ΦΔ όλα είναι απλά και προφανή και τα έχουν αποδείξει οι αγαπημένοι τους φιλόσοφοι που, κάποιες φορές, δεν είναι καν φιλόσοφοι αλλά οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι, lato sensu διανοούμενοι, ποπ φιλοσοφούντες κλπ. Αν δεν το βλέπεις είναι επειδή υπερεκτίμησαν τις δυνατότητές σου και δεν σου το είπαν αρκετά απλά, Πάμε πάλι, λοιπόν, χωρίς δύσκολες λέξεις. Continue reading ‘Οι φιλόσοφοι του διαδικτύου’