Author Archive for archivio

Κατά φυγοστρατίας ειρηνικός

Ας υποθέσουμε ότι είστε στα 30 σας. Με διδακτορικό, 2 μάστερ που σας έχουν κουράσει και σχετικά προσόντα.

Ας υποθέσουμε ότι θεωρείτε πως μπορείτε κι εσείς πια να λογίζεστε ένας υπεύθυνος, συμμετέχων στην παραγωγή πολίτης. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι έχετε την (κακή) συνήθεια να διαβάζετε που και που Αναμόρφωση-Συνιστολόγιο…

Αμ δε, που θα γίνετε-μείνετε πολίτης! Εντελώς ξαφνικά και απότομα, αυτή τη λαμπρή πορεία που νιώθετε να διαγράφεται μπροστά σας από δω και πέρα, έρχεται να διακόψει για λίγο (;) ο περήφανος Ελληνικός Στρατός. Και σας (εγ)καλεί στις τάξεις του, για να πάρετε κι εσείς «διδακτορικό στη βλακεία» Continue reading ‘Κατά φυγοστρατίας ειρηνικός’

O Μίκης και οι “Ρήτορες”

Τελευταία, μέσα στη συλλογική κατάθλιψη των ημερών (πανελλαδική και εορταστική), ένα πρόσωπο που μου έρχεται συχνά στο μυαλό, ενίοτε πηδώντας από την οθόνη της ΤV, είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Θέλω σ’ αυτή την ανάρτηση να κάνω ευρύτερα γνωστές κάποιες σκέψεις μου για τον Μίκη.

Με τον Μίκη Θεοδωράκη-καλλιτέχνη δεν έχω τίποτε το ιδιαίτερα «προσωπικό». Τρέφω ειλικρινή εκτίμηση στο μουσικό του έργο, όπως, άλλωστε, και τόσοι άλλοι συμπατριώτες μου. Και θεωρώ ότι τμήμα αυτού του έργου, θα μείνει, μάλλον, στην Ιστορία του νεοελληνικού πολιτισμού. Αυτό, όμως, θα συμβεί και με το έργο κάποιων άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών του 20ου αιώνα. Ο Μίκης ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στη χορεία αυτών των ξεχωριστών μορφών του πολιτισμού μας. Είναι ένας εξ αυτών: Ίσος μεταξύ ίσων. Ίσως (γιατί ασφαλώς μόνο ο χρόνος είναι αρμόδιος να κρίνει τέτοια πράγματα)…

Με τον Μίκη-πολιτικό, πάλι, έχω ένα «προσωπικό» πρόβλημα: Δεν κατάφερα ποτέ να διαμορφώσω μια πλήρη και σφαιρική γνώμη γι’ αυτόν, τόσο έγκυρη, ώστε να θέλω και να τη μοιραστώ με άλλους. Continue reading ‘O Μίκης και οι “Ρήτορες”’

Ο γάμος: Λιμάνι ή ναυάγιο;

Θυμάμαι κάποτε, όταν ήμουν μικρός, στην βιβλιοθήκη των (εγγάμων) γονιών μου υπήρχε ένα βιβλίο με αυτόν τον τίτλο. Ουδέποτε το διάβασα. Μου προκαλούσε θλίψη και μόνο το εξώφυλλό του, που έδειχνε ένα τσακισμένο καράβι σε μια ξέρα. Σήμερα, ούτε που ξέρω πού βρίσκεται. Η ανάμνηση του τίτλου του, ωστόσο, μου προκαλεί κάποιες σκέψεις, καθώς έχω πια ξεπεράσει τα 30.

Ο γάμος είναι μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία…Μια πονεμένη όσο και επιτυχημένη «αφήγηση». Στην οποία πιστεύουν, ακόμη σήμερα, πολλοί και εξακολουθούν να την επιλέγουν για να νοηματοδοτούν δι’ αυτής την ζωή τους (εμπειρικώς, νομίζω, ότι περισσότερο την αφήγηση αυτή την εμπιστεύονται οι γυναίκες – χωρίς να λείπουν βεβαίως και οι πρόθυμοι να συνδράμουν σε γαμήλια σχέδια άντρες). Θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις γύρω από αυτή την αφήγηση. Continue reading ‘Ο γάμος: Λιμάνι ή ναυάγιο;’

Τινά περί Αθεΐας

Εδώ και καιρό παρακολουθώ μια ανερχόμενη τάση σε ελληνικά Blogs, την οποία απεχθάνομαι, θεωρώ στερημένη κάθε βαθύτερης πνευματικότητας και σημασίας, και ήρθε η ώρα να την στηλιτεύσω δια του παρόντος, όπως της αξίζει:

Προπαγανδισμός της αθεΐας. Αντίστροφος προσηλυτισμός δηλαδή. Επιχωριάζων με γερή δόση εξυπνακισμού και in-μοδίστικης διαθέσεως, με ολίγη πρόζα και στυλ ψευτοάνετου και cool τύπου που δεν μασάει από παπαδαριά που εξ ορισμού «πάνε να τον κοροϊδέψουν», συνδυασμένη με απαράδεκτο, αφ’ υψηλού παραινετικό υφάκι του τύπου «μπορείς κι εσύ να βγεις από τον σκοταδιστικό μεσαίωνα (κάθε) θρησκείας, στον οποίο μπήκες από μικρός: Έλα-τώρα-που-πιστεύεις – μα –είσαι-με- τα- καλά- σου-βρε παιδί-μου; Στην σύγχρονη εποχή;!» κ.λπ. κ.λπ. Μέχρι και κάποια -αναμφιβόλως ευφυή εξ απόψεως στιχουργικής συλλήψεως!- τραγουδάκια έχει τύχει να ακούσω στο ελληνικό ίντερνετ, τα οποία προπαγανδίζουν την αθεϊα… Σημεία των καιρών θα είναι όλα αυτά, σκέπτομαι. Μήπως όμως είναι και καιρός να σημειωθούν ορισμένα πράγματα γύρω από αυτή την τάση (η οποία μάλιστα δίνει εντύπωση σχεδόν οργανωμένου σχεδίου) και να απευθυνθούν στους εκφραστές της; Continue reading ‘Τινά περί Αθεΐας’

Μια βραδιά στον Παναγόπουλο

Σε κάποιο από τα δοκίμιά του, ήδη τον 16ο αιώνα, ο Μονταίνι έγραφε μεταξύ άλλων, ότι « Η κοινωνία μας είναι προετοιμασμένη να μην εκτιμάει τίποτα άλλο εκτός από την φιγούρα: Σήμερα μπορείς να φουσκώνεις τους ανθρώπους με σκέτο αέρα και να τους βάζεις να αναπηδούν όπως τα τόπια».

Τα τελευταία χρόνια, καθώς μεγαλώνω, θυμάμαι όλο και περισσότερο αυτή τη ρήση του Μονταίνι, και βλέπω να επιβεβαιώνεται σχεδόν παντού πια: Στον πολιτικό, τον επαγγελματικό, τον ακαδημαϊκό και εκπαιδευτικό χώρο, στον χώρο της κοινωνικής συναναστροφής, στα γράμματα και, ασφαλώς, στις τέχνες. Σε όσα ακολουθούν, αναφέρομαι σε μία από τις τελευταίες, την μουσική, και μάλιστα εκείνη την διακριτή και τόσο ενδιαφέρουσα μορφή της που λέγεται «τραγουδοποιΐα». Το άρθρο αυτό ανήκει στον ίδιο κύκλο με το παλιότερο «Post μου για τον Φοίβο» και εκφράζει γενικότερες σκέψεις μου για το ελληνικό τραγούδι, με αναφορά σε έναν δημιουργό του που εκτιμώ, τον Δημήτρη Παναγόπουλο. Continue reading ‘Μια βραδιά στον Παναγόπουλο’

Τα “φάγαμε όλοι μαζί”; Η λογική του κ. Πάγκαλου

Σήμερα άκουσα τη νέα δήλωση του Θεόδωρου Παγκάλου, με την οποία ο γνωστός πληθωρικός πολιτικός επιχείρησε να δώσει αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα που απασχολεί –υποτίθεται- τους πάντες, εν μέσω της μνημονειώδους κρίσης που πλήττει την Ψωροκώσταινα: «Πού πήγαν, τελικά, τα λεφτά του Δημοσίου;».

Η απάντηση του κ. Παγκάλου ήταν περίπου η εξής: «Μαζί τα φάγαμε. Σας διορίζαμε όλα αυτά τα χρόνια στο δημόσιο σε μια πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος!». Απλό όσο κι αν ακούγεται σύνθετο. Απενοχοποιητικό, όσο και αν ακούγεται ενοχοποιητικό. Παγκάλειο, όσο παγκάλειο θα μπορούσε να ακουστεί…Ρητορικό του κερατά. Αληθές; Όχι… (Τυχαία αναληθές; Δεν νομίζω – για να θυμηθούμε και τη διαφήμιση.)

Θα περιορίσω την ακόλουθη κριτική μου στις λογικές πτυχές της παραπάνω δηλώσεως, γιατί όλα τα άλλα, είμαι σίγουρος ότι θα βρεθούν πιο ικανοί σχολιαστές και αρθρογράφοι να τα γράψουν και να τα πουν. Continue reading ‘Τα “φάγαμε όλοι μαζί”; Η λογική του κ. Πάγκαλου’

Έναν Εισαγγελέα ρε παιδιά…

«Έναν Εισαγγελέα ρε παιδιά! Έναν εισαγγελέα!» φώναζε δυνατά ο συμπαθέστατος ηλεκτρολόγος στην νέα οικοδομή που κατοικώ, μια μέρα, καθώς έκανε τα μερεμέτια του, ανεβοκατεβαίνοντας τις σκάλες και τρυπώνοντας από διαμέρισμα σε διαμέρισμα. Όταν τον ρώτησα, χαμογελώντας, τι ακριβώς εννοούσε με την επιφωνηματική του πρόταση, μου απάντησε: «Όλοι με στέλνουν από τον έναν στον άλλο, από τον Άννα στον Καιάφα! Κανείς δεν πληρώνει για τις συνεχείς αλλαγές και τα μερεμέτια που κάνω στα διαμερίσματα! Άνοιξε την πρίζα δεξιά, όχι δε μου κάνει, βγάλτη αριστερά, όχι, έκανα λάθος, ξαναβγάλτη πιο πάνω, και συνέχεια το ίδιο βιολί! Ο ιδιοκτήτης με στέλνει στον κατασκευαστή να πληρωθώ κι εκείνος λέει ότι μου τα χρωστάει ο ιδιοκτήτης! Στο μεταξύ έχω κι εγώ χρέη, κάποιος πρέπει να με πληρώσει! Γι’ αυτό θέλω κι εγώ έναν Εισαγγελέα να μου δώσει το δίκιο μου!»

Ο συμπαθέστατος κυρ Γιώργης δεν ήξερε φυσικά ότι ο Εισαγγελέας δεν θα μπορούσε να τον βοηθήσει και πολύ στο αίτημά του, και ότι ίσως πιο χρήσιμος για την περίπτωση του θα ήταν ένας δικηγόρος. Όμως η έκφρασή του υποδήλωνε, εκτός από την άγνοια του μέσου πολίτη για την ακριβή λειτουργία-αρμοδιότητα ορισμένων νομικών θεσμών και των φορέων τους, κάτι ακόμη, σημαντικότερο: Την πίστη του ότι «υπάρχει δίκαιο» και ότι «υπάρχει και κάποιος που βοηθάει τον απλό πολίτη να το βρεί», κι αυτός είναι ο «Εισαγγελέας». Η πίστη αυτή είναι ένα καλό σημάδι μέσα στη γενικότερη απαξίωση των θεσμών (και της Δικαιοσύνης) την οποία ζούμε, και την οποία ορισμένοι τείνουν να υποδαυλίζουν ή να υποβοηθούν με άστοχα άρθρα (έτσι ο Π. Μανδραβέλης, εδώ). Continue reading ‘Έναν Εισαγγελέα ρε παιδιά…’

Ένα πανεπιστήμιο υπό κατάρρευση

Έτυχε πριν από λίγες μέρες να βρεθώ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είχα χρόνια να περάσω από κεί, με θυμάμαι να διαβάζω κάποτε για λίγο, στους χώρους του, σε μια ωραία βιβλιοθήκη – από τις ωραιότερες στα ελληνικά Πανεπιστήμια, από την άποψη του περιβάλλοντος και των εγκαταστάσεων, και πάντως πολύ ανώτερη από τις περισσότερες βιβλιοθήκες του Παν. Αθηνών. Είχα έκτοτε διαμορφώσει μια καλή ανάμνηση για την –συστηματικώς υποτιμώμενη, πανταχόθεν και παλαιόθεν- Πάντειο Σχολή.

Σήμερα, πείστηκα ότι η όποια καλή μου ανάμνηση δεν επιβιώνει στο παρόν (να ισχύει άραγε αυτό μόνο «προς το παρόν»;). Μαύρη μαυρίλα έχει πλακώσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αγαπητοί αναγνώστες, και δεν βρίσκω άλλη λέξη περιγραφής της άθλιας, κυριολεκτικώς, κατάστασης που αντίκρισα. Continue reading ‘Ένα πανεπιστήμιο υπό κατάρρευση’

Προσοχή Σύντροφοι: Το σχέδιο να είναι δικό μας!

Στο πλαίσιο ενός «προγράμματος ανάλυσης πολιτικών δηλώσεων» που είχα αναλάβει εδώ και καιρό στην Αναμόρφωση (ανακεφαλαιωτικό άρθρο αυτού του προγράμματος δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ πρόσφατα), δεν έτυχε να ασχοληθώ με δηλώσεις εκπροσώπων του ΚΚΕ ποτέ. Δεν είναι ότι «σνόμπαρα» το εν λόγω κόμμα, απλώς δεν είχε τύχει να ακούσω ή να διαβάσω κάτι που να προκαλέσει την σκέψη μου και να με προβληματίσει από λογικής απόψεως.

Ε, πριν από λίγες ημέρες διάβασα κάτι σχετικό: Πρόκειται για την επιχειρηματολογία της κ. Παπαρήγα με αναφορά στις περικοπές μισθών στους εργαζομένους στον Ριζοσπάστη και τον 902. Η δικαιολόγηση των περικοπών επιχειρήθηκε από την κ. Παπαρήγα, περίπου, ως εξής: Οι εκεί εργαζόμενοι είναι πρωτίστως όργανα της ιδεολογικής προπαγάνδας του κόμματος, και όχι «απλοί» πολίτες για τους οποίους να μπορεί να γίνει λόγος περί αυστηρών μέτρων. Άρα, η περικοπή των μισθών τους δικαιολογείται ενόψει του στόχου που καλείται να εξυπηρετηθεί.

Στην επιχειρηματολογία αυτή αντιτάχθηκε πρόσφατα με άρθρο του ο Πάσχος Μανδραβέλης αλλά και ένα αμφιλεγόμενο μέλος του κοινοβουλίου με πολλές αντιπάθειες, συχνά αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και εκνευριστικό τόνο φωνής, ο Άδωνις Γεωργιάδης του ΛΑΟΣ. Αναγνωρίζω στην τοποθέτηση τόσο του Μανδραβέλη όσο και του Γεωργιάδη δίκιο, γιατί άσχετα από τις ιδεολογικές προτιμήσεις και την τελική αξιολόγηση καθενός εξ αυτών, η λογική βάση της αντίκρουσης που επιχείρησαν είναι κοινή και είναι εδραία. Την προσυπογράφω και προτείνω να την δούμε μαζί, πιο αναλυτικά: Continue reading ‘Προσοχή Σύντροφοι: Το σχέδιο να είναι δικό μας!’

Η λογική του Πάμπλο (ή πώς να αποφύγετε έναν “παράλογο” θάνατο)

Τον τελευταίο καιρό έχω γυρίσει στις “λογικές” μου μελέτες, παρέα με έναν καλό φίλο, με παρόμοια ενδιαφέροντα. Είναι πράγματι δύσκολο να βρεις φίλους με τους οποίους να μπορείς να συζητήσεις περί της τυπικής λογικής (formal Logic), καθώς, πολλοί είτε αγνοούν παντελώς τον γοητευτικό αυτόν γνωστικό κλάδο, είτε τον θεωρούν παράρτημα των μαθηματικών, είτε τον κρίνουν άχρηστo για γόνιμες αναλύσεις. Άλλοι πάλι, απλώς τον βαριούνται…

Η τυπική λογική όμως, πέρα από την ιδιαίτερη χρησιμότητά της σε κάθε επιστήμη που ασχολείται με την γλώσσα και την επιχειρηματολογία, έχει γενικότερα ενδιαφέρον και πλάκα! Έτσι, το παρόν post αφορά την “χιουμοριστική”, διδακτική πλευρά της και φιλοδοξεί να δείξει, με αναφορά σε αυτή την πλευρά, κάτι ακόμη: Ότι, υπό συνθήκες, η τυπική λογική, μπορεί να επιστρατευθεί για αξιέπαινους σκοπούς. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ιδού το παράδειγμά μου:

Λέγεται ότι αγαπημένο μότο του διάσημου μεγαλοβαρώνου κοκαΐνης Πάμπλο Εσκομπάρ, υπήρξε στην διάρκεια της καριέρας του, η φράση «Plata o plomo!» Continue reading ‘Η λογική του Πάμπλο (ή πώς να αποφύγετε έναν “παράλογο” θάνατο)’

Καθηγητής : To Be (ashamed) or not to Be?

Το κείμενό μου αυτή τη φορά θα είναι αφηγηματικό-περιγραφικό και -κατα το δυνατόν- σύντομο. Μετά από κάποια χρόνια, πλέον, περιήγησης σε Blogs, έχω καταλάβει ότι τα μακροσκελή κείμενα ουδείς τα διαβάζει κι ελάχιστοι τα συμπαθούν (όποια κι αν είναι η ποιότητα του περιεχομένου τους). Ο χρόνος του αναγνώστη ιστολογίων είναι σημαντικό αγαθό και αυτό κάποτε το αγνόησα στην Αναμόρφωση (νομίζω φλυαρώντας)…

Το κείμενο βασίζεται σε πολύ πρόσφατη προσωπική εμπειρία:

Σε μια διάλεξη στο ελληνικό πανεπιστήμιο, κάποιος ακροατής (θα τον αποκαλώ στο εξής Α, για συντομία) παρεμβαίνει κατά τον διάλογο που ακολουθεί, προκειμένου να απευθύνει ερώτημα στον εισηγητή της διάλεξης (Καθηγητή Πανεπιστημίου), συνδέοντας το ερώτημά του και με την αμέσως προηγούμενη παρέμβαση ενός άλλου ακροατή, του Χ (επίσης Καθηγητή Πανεπιστημίου): Κατά την διατύπωση της ερώτησής του, ο Α χρησιμοποιεί την φράση: «….συνδέοντας το ερώτημά μου και με την παρατήρηση του Καθηγητή κυρίου Χ, θα ήθελα να ρωτήσω αν….» κ.λπ., κ.λπ. Continue reading ‘Καθηγητής : To Be (ashamed) or not to Be?’

Σχόλιο σε μια επέτειο

Ο πρόωρος και άδικος θάνατος του εφήβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου πέρυσι συγκλόνισε τους πάντες. Η νεοελληνική κοινωνία πέρασε δύσκολες ώρες, το κοινό περί δικαίου αίσθημα όλων μας δοκιμάστηκε, κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η δημόσια ασφάλεια, εθίγησαν ατομικά δικαιώματα πολλών –για να το πούμε τελοσπάντων, εντελώς αγοραία, επικράτησε πανικός και μπάχαλο. Το συμπέρασμα που κάθε παρατηρητικός Νεοέλληνας συνήγαγε ή πάντως όφειλε να έχει συναγάγει από την περυσινή περιπέτεια ήταν σαφές: Πρέπει ως νεοελληνική Πολιτεία και ως οργανωμένο Κράτος να καταφέρουμε να ελέγξουμε επιτέλους τρία πράγματα: Την αστυνομία μας (εκπαίδευση και προσλήψεις προσωπικού σε αυτή), τις διάφορες αντιεξουσιαστικές ομάδες από νεόκοπους Τσε των Εξαρχείων και, τέλος, το συναίσθημά μας…

Έναν χρόνο μετά το θλιβερότατο συμβάν, ακόμη και αν ο Χρυσοχοίδης καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να ελέγξει τα δύο πρώτα από τα τρία που ανέφερα, αποτυγχάνει ωστόσο παταγωδώς στον έλεγχο του τρίτου. Η αποτυχία του βέβαια δεν είναι προσωπική, δεν του καταλογίζεται λοιπόν ως μομφή. Η αποτυχία είναι συλλογική, είναι αποτυχία ενός λαού, καθενός εξ ημών χωριστά και όλων από κοινού εις ολόκληρον. Αποτυγχάνουμε και φέτος να ελέγξουμε το συναίσθημά μας, όπως αποτύχαμε και πέρυσι. Ενόψει της δίκης ενός κατηγορουμένου (του Κορκονέα, όπως νομίζω ότι λέγεται ο εμπλεκόμενος αστυνομικός από την σφαίρα του οποίου έχασε την ζωή του ο Γρηγορόπουλος), αποτυγχάνουμε παταγωδώς να εξασφαλίσουμε στον κατηγορούμενο μια δίκαιη με όλη την σημασία της λέξης διαδικασία (μια fair trial επί το αγγλικότερον). Continue reading ‘Σχόλιο σε μια επέτειο’

“Δίκαιον Ευγενείας” ή γιατί χρειαζόμαστε το Σαβουαρ Βιβρ

Εδώ και αρκετό καιρό ήθελα να γράψω στην Αναμόρφωση ένα άρθρο για το «Σαβουαρ Βιβρ», δηλ. για τους κανόνες καλής συμπεριφοράς και την ανάγκη τήρησής τους. Ωστόσο, κάθε φορά που το σκεφτόμουνα, δίσταζα. Βλέπετε, παλιότερα, όταν είχα περιοριστεί σε μια «υπεράσπιση του πληθυντικού ευγενείας», σε σχετικό post μου, κάποιος κακοπροαίρετος αναγνώστης του Buzz με χαρακτήρισε ειρωνικά «Ζαμπουνοαρθρογράφο». Δεδομένου ότι το τελευταίο «Σαβουάρ Βιβρ» που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα είναι όντως εκείνο που έγραψε ο Χρήστος Ζαμπούνης, υποθέτω ότι ο αναγνώστης αυτός ήταν εκτός από κακοπροαίρετος και αρκετά έξυπνος: Κατάλαβε δηλ. ότι πίσω από τις γραμμές εκείνου του post μου, υποστήριζα την ανάγκη γενικότερης τήρησης ενός «σαβουαρ βιβρ» στην καθημερινή επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας. Στο παρόν, θέλω να θεμελιώσω καλύτερα την άποψή μου αυτή και να προκαλέσω τους αναγνώστες να σκεφτούν και να εκφραστούν επί των ακολούθων δύο ερωτημάτων: Χρειαζόμαστε ή όχι ένα «σαβουαρ βιβρ» στις μεταξύ μας σχέσεις; Ποιοι πρέπει να είναι οι κανόνες του και πώς θα τους μάθουμε;

Θα ξεκινήσω με το πρώτο ερώτημα: Ασφαλώς και χρειαζόμαστε ένα σαβουαρ βιβρ στις καθημερινές μας σχέσεις! Η χρησιμότητα των κανόνων σε όλα τα επίπεδα και τις εκφάνσεις της ζωής είναι αναμφισβήτητη. Χωρίς κανόνες είμαστε έρμαια της τύχης και της συγκυρίας. Ακόμη και ένα καρφί στον τοίχο να θέλω να καρφώσω, αν δεν τηρήσω τον κανόνα χρήσης του σφυριού θα αποτύχω. Και σε κανέναν άλλο χώρο δεν είναι περισσότερο αναγκαία η ύπαρξη και τήρηση κανόνων από τον χώρο της καθημερινής συναναστροφής και επικοινωνίας. Continue reading ‘“Δίκαιον Ευγενείας” ή γιατί χρειαζόμαστε το Σαβουαρ Βιβρ’

Ένα post για τον Φοίβο

Έχοντας καιρό να γράψω στην Αναμόρφωση, έχοντας βαρεθεί την υστερική πολιτικολογία των ημερών και τα ατσαλάκωτα νομικά του Αθανασίου Αναγνωστόπουλου, πιστεύοντας ότι ο Lectoratius και ο Καλλίρης είναι βαθιά μέσα τους καλλιτέχνες και μετά επιστήμονες, θεωρώντας ότι όλοι εδώ μέσα έχουμε παρα-μορφώσει την Αναμόρφωση και πρέπει να την αναμορφώσουμε εξαρχής (ξεφεύγοντας από την μονολιθικότητα της θεματολογίας), και έχοντας δώσει ως νομικός σε κάθε περίπτωση, με τα παραπάνω, μιαν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παρακάτω Post, επιστρέφω στη μάχιμη Blogoγραφία μετά από καιρό (ουχί δριμύτερος, αλλά πάντως μεγαλύτερος)….

Στο post αυτό θέλω να μιλήσω στον αναγνώστη για τον Φοίβο Δεληβοριά, στου οποίου την συναυλία πήγα προχθες βράδυ, και να μοιραστώ μαζί του ορισμένες σκέψεις μου για την σύγχρονη ελληνική τραγουδοποιία. Το θέμα δεν είναι τόσο περιορισμένο όσο εξαρχής ακούγεται: Νομίζω ότι όλοι ακούμε τραγούδια, άρα έχουμε επαρκή αφορμή να κάνουμε σκέψεις σχετικά με την παραγωγή και ακρόαση τραγουδιών (στίχου και μουσικής) στην σύγχρονη Νεο-Ελλάδα μας….Το θέμα βεβαίως είναι τί ακούμε, και τί θα έπρεπε να ακούμε (αν πρέπει να ακούμε κάτι και αν το τραγούδι είναι και μέσο παιδείας και όχι απλώς διασκέδασης)… Continue reading ‘Ένα post για τον Φοίβο’

Μια απλο(γ)ική θεμελίωση της απαγόρευσης καπνίσματος

Το θέμα των ημερών είναι, νομίζω, η απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Ως καπνιστής ο ίδιος περίμενα το μέτρο, το αναγνωρίζω ως σωστό και αναμένω να δω πώς θα πάει η εφαρμογή του στην πράξη. Το μέτρο μου προσφέρει προσωπικά ένα ωραίο κίνητρο για να μειώσω γενικώς το κάπνισμα, έως ότου το κόψω οριστικά. Από την άποψη αυτή, η απαγόρευση κάνει καλό σε πολλούς και εκτιμώ την απόφαση της Πολιτείας να την θεσπίσει.

Παρακολουθώντας, ωστόσο, εδώ και αρκετόν καιρό τις συζητήσεις γύρω από την απαγόρευση συναντώ μονίμως στις προσπάθειες θεμελίωσης της ορθότητας του μέτρου μια μονόπλευρη, μονολιθική παράθεση επιχειρημάτων και αναλύσεων που περιστρέφονται γύρω από την προστασία της δημόσιας υγείας και των δικαιωμάτων των μη-καπνιστών (παθητικό κάπνισμα). Τα επιχειρήματα αυτά κυριαρχούν απολύτως, λες και δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να δούμε το ζήτημα, λες και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να δικαιολογήσουμε το μέτρο της απαγόρευσης καπνίσματος παρά μιλώντας για την βλάβη που προκαλεί το παθητικό κάπνισμα στους μη καπνιστές. Θεωρώ ότι τέτοιος τρόπος υπάρχει και ότι θεμελίωση της απαγόρευσης του καπνίσματος είναι εφικτή και χωρίς αναγωγή στο ζήτημα της δημόσιας υγείας, με αντικατάσταση της περίφημης αυτής αξίας από μιαν άλλη: εκείνη της κοινωνικής αλληλεγγύης και του σεβασμού στον συνάνθρωπό μας. Θα εξηγήσω με κάθε συντομία την παραγωγή της απαγόρευσης καπνίσματος από την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης που έχω στο μυαλό μου. Η παραγωγή αυτή είναι απλή και λογική, γι’αυτό και την ονομάζω απλο(γ)ική. Με όσους πάλι θα την χαρακτήριζαν απλοική, δεν διαφωνώ καθόλου – έχουν απόλυτο δίκιο, γι’αυτό και το γ τίθεται εντός παρενθέσεως. Επισημαίνω πάντως ότι το απλοικό μιας σκέψης έίναι καλή βάση για να προχωρήσει κανείς σε συνθετότερους συλλογισμούς, ενώ η εκκίνηση από το σύνθετο χωρίς να έχουμε σκεφτεί τα απλά δείχνει προβληματικό τρόπο σκέψης.

Έστω ότι ο Α είναι καπνιστής και ο Β μη-καπνιστής. Στις συνήθειες του Α εντάσσεται το να καπνίζει αρειμανίως, στις συνήθειες του Β το να μην καπνίζει καθόλου. Τα δύο αυτά υποθετικά πρόσωπα διάγουν λοιπόν μεγάλο τμήμα του βίου τους με διαφορετικό τρόπο, ο Α καπνίζοντας και ο Β μη-καπνίζοντας. Ωστόσο οι διαφορετικοί τρόποι ζωής των Α και Β συμπίπτουν τελικώς στο εξής: Υπάρχουν κατ’ανάγκην χρονικές στιγμές κατά τις οποίες ο Α «μοιράζεται» την συνήθεια του Β, δηλαδή «δεν καπνίζει»: Όταν λ.χ. κοιμάται, όταν τρώει, όταν κάνει έρωτα, όταν κολυμπάει και ούτω καθεξής. Όσο θεριακλής και αν είναι ο Α, κατ’ανάγκην δεν καπνίζει σε ένα σύνολο χρονικών στιγμών της ημέρας του –επομένως ο Α είναι κατ’ακριβολογίαν και καπνιστής και μη-καπνιστής! Εδώ βεβαίως δεν ισχύει η αντιφατικότητα της κλασικής λογικής εξαιτίας της διαφορετικής χρονικής παραμέτρου που συνοδεύει καθένα από τα αποδιδόμενα στο ίδιο υποκείμενο κατηγορήματα, εξ ορισμού. Continue reading ‘Μια απλο(γ)ική θεμελίωση της απαγόρευσης καπνίσματος’

Η διαστρέβλωση της κοινής λογικής

Διαβάζω τον τελευταίο καιρό αρκετά πράγματα για την «κοινή λογική» (sensus communis) τόσο στο site του νεοιδρυθέντος πολιτικού κόμματος «ΔΡΑΣΗ» όσο και στην αρθρογραφία έγκριτων διανοουμένων που είτε υποστηρίζουν τον συγκεκριμένο πολιτικό φορέα είτε του ασκούν κριτική και εκφράζουν επιφυλάξεις (βλ. λ.χ. Χ.Τσούκα –Καθημερινή 29.3.09, σ.34 και στο ίδιο τεύχος Χ.Γιανναρά, σ.29). Δεδομένου ότι η λογική –και ιδίως η κοινή λογική- απασχολεί όλους μας στην καθημερινή ζωή, θέλω να εκφράσω ορισμένες σκέψεις ως προς την επίκληση που της γίνεται στην πρόσφατη αρθρογραφία.

Έχω την εντύπωση ότι στην έννοια της «κοινής λογικής» την οποία επικαλείται ο κ.Χ.Τσούκας και η «ΔΡΑΣΗ» συμμετέχουν δύο διαφορετικά πράγματα, που πρέπει να διακριθούν μεταξύ τους ώστε να προσδιοριστεί το ποσοστό δηλ. η αναλογία συμμετοχής τους στην διαμόρφωση της σχετικής έννοιας και να συναχθούν σχετικά συμπεράσματα. Από τη μια συμμετέχει βεβαίως εκείνη η λογική (εφεξής: Λογική με κεφαλαίο) που, διαμορφωμένη αρχικώς από τον Αριστοτέλη και αναδιατυπωμένη από τον Russell, τον Frege και άλλους συνίσταται στην διατύπωση μεθόδων για την διάκριση έγκυρων επιχειρημάτων από επιχειρήματα μη –έγκυρα. Η Λογική αυτή είναι μια τεχνική, μια μέθοδος, την οποία υποτίθεται ότι όλοι κατέχουμε και μπορούμε να χειριστούμε, μολονότι είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται μαζί της πόσο δύσκολη είναι η κατανόηση και η επιτυχημένη χρήση της. Αυτού του είδους η Λογική μπορεί –και κατά την δική μου άποψη- να διαδραματίσει ρόλο στην κριτική πολιτικών απόψεων και θέσεων που διατυπώνονται με προτάσεις-δηλώσεις και να οδηγήσει ως εργαλείο στην αποδοχή τους ως έγκυρων ή την απόρριψή τους ως εσφαλμένων. Την Λογική αυτή νομίζω ότι επικαλείται λ.χ. ο Χ.Τσούκας, όταν κάνει λόγο για την δήλωση Βουλγαράκη «Ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» στο προαναφερόμενο άρθρο του, την οποία βεβαίως σχολίασαν και άλλοι έγκριτοι αρθρογράφοι ήδη την στιγμή που διατυπώθηκε: Στην περίπτωση μιας τέτοιας -καθολικώς διατυπωμένης- δήλωσης, αρκεί ο κριτικά σκεπτόμενος ακροατής πολίτης να βρει ένα μόνο αντιπαράδειγμα, δηλαδή να διατυπώσει μιαν αληθή ατομική πρόταση που να αντιφάσκει στην πρώτη, προκειμένου να είναι σίγουρος για το σφάλμα της: Αν ο πολίτης λ.χ. σκεφθεί ακούγοντας την βουλγαράκειο δήλωση ότι η πορνεία είναι μεν νόμιμη αλλά δεν είναι ηθική (σύμφωνα τουλάχιστον με την κρατούσα Ηθική) τότε η πρόταση «Όλα τα νόμιμα είναι ηθικά» που διετύπωσε ατυχώς ο Βουλγαράκης πάει «λογικό περίπατο» και αποδεικνύεται συνάμα η κενότητα και ρηχότητα του περιεχομένου της και η προχειρότητα της σκέψης που την γέννησε… Continue reading ‘Η διαστρέβλωση της κοινής λογικής’

Ένας φτωχός και μόνος δραπέτης…

http://home.online.no/~groennsl/luckyluke/luke10_sunset.gif
Ο αγαπημένος μου ήρωας κόμικ ήταν ανέκαθεν ο Λούκυ Λουκ. Θυμάμαι, μικρός, αγωνιούσα ώσπου να φτάσει το νέο τεύχος της Μαμούθκόμιξ στο μοναδικό πρακτορείο εφημερίδων της απομονωμένης ελληνικής επαρχίας όπου έμενα… Και όταν επιτέλους το είχα στα χέρια μου, η καινούρια περιπέτεια του «φτωχού και μόνου καουμπόη» με αποζημίωνε πλήρως για την αναμονή.

Από τότε έχω καιρό να ξαναδιαβάσω κόμικς. Ή, ίσως τελικά και να μην έχω… Στη σύγχρονη Ελλάδα βλέπετε, φαίνεται ότι οι καρικατούρες έχουν αποδράσει από τα καρέ των κόμικς και ζουν ανάμεσα μας, κάνοντας την καθημερινότητά μας φαιδρή. Έτσι, δεν χρειάζεται πια να ψάξω στις σελίδες της Μαμουθκόμιξ για να συναντήσω την Άγρια Δύση, αφού μπροστά μου απλώνεται το τοπίο της άγριας δύσης κάθε ελπίδας για βελτίωση της νεοελληνικής πραγματικότητας. Ζω λοιπόν -όπως όλοι μας- καθημερινά το σύγχρονο νεοελληνικό κόμικ, το παρακολουθώ και ίσως και να συμμετέχω που και που στα καρέ του!

Οι ομοιότητες αυτού του κόμικ με τον αγαπημένο μου Lucky Luke, είναι πολλές. Στο νεοελληνικό κόμικ λ.χ. ισχύουν οι νόμοι της άγριας δύσης: ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να έχει πάντοτε γεμάτο το εξάσφαιρό του και να είναι «σβέλτος» στην εκάστοτε αναμέτρηση με τον «κακό» (σερίφη ή παράνομο). Ο μανιχαϊσμός βασιλεύει, νόμος δεν υπάρχει ή, κι αν υπάρχει δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψην από τους εγχώριους καουμπόηδες. Το νεοελληνικό κόμικ διακρίνεται από τα κλασικά, μόνο εξαιτίας ενός συνόλου στυλιστικών διαφορών (που εξηγούνται εύκολα, καθώς τα κόμικς πρέπει να ανανεώνονται κατα διαστήματα με καινοτομίες): Οι εγχώριοι καουμπόηδες λ.χ. μπορεί να φορούν κόκκινες κουκούλες αντί για κόκκινο φουλάρι, να χρησιμοποιούν μονόλιτρες μολότωφ αντί για εξάσφαιρα πιστόλια, να καβαλάνε μηχανάκια αντί για την Ντόλυ, να ρίχνουν μαδέρια αντί για λάσο. Οι διαφορές αυτές όμως είναι ήσσονος σημασίας και δεν επηρεάζουν τελικώς την απόλαυση του νεοελληνικού κόμικ: Αντί πια να διαβάζουμε τα μεγάλα και κάπως άβολα τεύχη της Μαμούθκόμιξ, μπορούμε να αράζουμε στους καναπέδες και να παρακολουθούμε στην οθόνη της TV την νέα εκδοχή της άγριας δύσης στα δελτία ειδήσεων των καναλιών. Περιμένοντας κάθε μέρα την νέα συναρπαστική ιστορία των 20.00, το προσεχές τεύχος του Λούκυ Λουκ και της τρελοπαρέας του!

Ε, λοιπόν, προχθές η νέα ιστορία του Λούκυ στην άγρια Δύση με μπέρδεψε. Και μάλιστα, με μπέρδεψε διπλά: Αφενός μου φάνηκε ότι επρόκειτο για επανεκτύπωση του τεύχους του καλοκαιριού του 2006 που περιείχε τη –συναρπαστική πράγματι- ιστορία της θεαματικής απόδρασης με το ελικόπτερο. Αφετέρου, δεν κατάλαβα καλά ποιός ήταν αυτή τη φορά ο δραπέτης! Ήταν τελικώς ο Τζο Ντάλτον ή ο Λούκυ Λουκ; Θυμάμαι βεβαίως, ότι στις κλασικές ιστορίες των Morris-Goscinny, δραπέτες είναι πάντοτε οι Ντάλτονς, δηλ. ο Τζο και τ’αδέρφια του. Ο δε Λούκυ Λουκ απλώς επεμβαίνει για να ξανα-μαντρώσει την εγκληματική οικογένεια. Και όταν φέρνει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζει να προειδοποιεί αυστηρά τους δεσμοφύλακες των Ντάλτονς ότι δεν πρόκειται να το ξανακάνει. Continue reading ‘Ένας φτωχός και μόνος δραπέτης…’

Υπέρ του πληθυντικού ευγενείας

Πριν από αρκετό καιρό (στο παλαιό Συνιστολόγιο την εποχή που εμάς τους Συνιστολόγους δεν μας είχε καταπιεί ακόμη η πολυεθνική της Αναμόρφωσης!) ο κύριος Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος είχε δημοσιεύσει ένα ωραίο άρθρο του κατά του πληθυντικού ευγενείας στην ελληνική γλώσσα (το άρθρο αυτό μπορείτε να διαβάσετε εδώ). Σε όσα ακολουθούν θέλω πια να απαντήσω στα επιχειρήματα που εκεί αρθρώνει ο συγγραφέας, εξηγώντας γιατί η ορθή θέση είναι διαμετρικώς αντίθετη από την δική του: Ο πληθυντικός ευγενείας, μας είναι (δυστυχώς ή ευτυχώς) απαραίτητος!

Ξεκινώ από ένα σημείο συμφωνίας μου με τον κύριο Αναγνωστόπουλο: Ο πληθυντικός ευγενείας δεν εντάσσεται ομαλά στην ελληνική γλώσσα, αποτελεί ξένο σώμα στην γραμματική της δομή. Συνεχίζω με ένα ουσιώδες σημείο διαφωνίας: Ο πληθυντικός ευγενείας εντάσσεται (πλέον) απολύτως ομαλά στην ελληνική επικοινωνιακή πρακτική, αποτελεί αναγκαίο συστατικό στην καθημερινή της δομή και όρο επιτυχούς διεκπεραίωσής της. Η γλώσσα δε, υπάρχει χάριν της επικοινωνίας ενώ δεν ισχύει το αντίστροφο. Συμπέρασμα: Αν έχουμε να αποφασίσουμε μεταξύ ενός σολοικισμού και μιας επικοινωνιακής ανωμαλίας, νομίζω ότι πρέπει να διαλέξουμε τον πρώτο. Το κόστος του να χάσουμε ή να μειώσουμε την δυνατότητα επικοινωνίας με κάποιον είναι ασυγκρίτως βαρύτερο από το κόστος του να μην μιλήσουμε/γράψουμε γραμματικώς σωστά.

Ο πληθυντικός ευγενείας τώρα, όπως αποκαλύπτει το όνομά του, έχει να κάνει με την ευγένεια. Αυτό είναι κάτι που ο ευγενής κύριος Αναγνωστόπουλος δεν πρόσεξε όσο έπρεπε στο άρθρο του. Υιοθέτησε μια πολύ στενή θεώρηση του πληθυντικού ευγενείας, θεωρώντας ότι δημιουργεί ανισότητες, αναπαράγει και διαιωνίζει ταξικές διαφορές, εξουσιαστικές σχέσεις ή τελοσπάντων συμβάλλει στην διατήρηση όλων των παραπάνω. Η θεώρηση αυτή είναι απολύτως λανθασμένη, στην πραγματικότητα είναι απλοική και εγκλωβισμένη σε κλισέ: Οι διαφορές εξουσίας, τάξεων κ.λπ.υπάρχουν είτε το θέλουμε είτε όχι και ο πληθυντικός ευγενείας δεν τις δημιουργεί αλλά ούτε και συμβάλλει αναγκαστικά στην διατήρησή τους: Όταν π.χ. ο σερβιτόρος μου απευθύνει τον λόγο στον ενικό κι εγώ του απαντώ στον πληθυντικό (ή αντιστρόφως!) ή όποια «ισορροπία κοινωνικής ισχύος» μεταξύ των δύο δεν υπεισέρχεται καθόλου στο επικοινωνιακό δρώμενο, ούτε και το επηρεάζει –το διακύβευμα είναι ένα και μόνο: Η ευγένεια, την οποία ο σερβιτόρος (ή ο πελάτης!) έχει σε κάθε περίπτωση παραβιάσει με την γλωσσική του επιλογή. Continue reading ‘Υπέρ του πληθυντικού ευγενείας’

Πώς ο Πρωθυπουργός (δεν;) έκανε πράγματα με τις λέξεις

Πριν από λίγο καιρό, ο πρωθυπουργός της χώρας μιλώντας στην κοινοβουλευτική του ομάδα εξεφώνησε την ακόλουθη πρόταση (σε έντονο ύφος και με αποφασιστικό τόνο): «Αναλαμβάνω το μερίδιο ευθύνης που μου αναλογεί!». Ο Κ.Καραμανλής αναφερόταν με την δήλωσή του αυτή στην σκανδαλώδη υπόθεση του Βατοπεδίου και τα περίφημα πορίσματα που αφορούσαν την τελευταία.

Η παραπάνω δήλωση δεν έπεισε τον πολύ κόσμο. Οι περισσότεροι γνωστοί και φίλοι μου λ.χ., κουβεντιάζοντας γι’αυτή, την αξιολόγησαν με δηλώσεις όπως οι: «Και τί μας είπε δηλαδή ο Καραμανλής; Τίποτε…», «Πάλι στείρα ρητορική…» και παρόμοιες, των οποίων η ποικιλία είναι μεγάλη. Το βέβαιον είναι ότι οι σχετικές δηλώσεις αξιολόγησης της πρωθυπουργικής δήλωσης από πολίτες συνέπιπταν γενικώς ως προς το ότι εξέφραζαν μια «κοινή διαίσθηση»: Ότι η πρωθυπουργική δήλωση είχε προβληματικό σημασιολογικό και πραγματολογικό περιεχόμενο…

Πράγματι ο κοινός νους μας λέει ότι το «Αναλαμβάνω την ευθύνη» που είπε ο πρωθυπουργός δεν σήμανε κιόλας, ότι ανέλαβε την ευθύνη. Γιατί όμως;; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δώσει μόνον ο φιλοσοφικός νους, μέσω της προσπάθειας ακριβέστερης ανάλυσης-σημασιολόγησης της πρωθυπουργικής δήλωσης. Ο φιλοσοφικός νους μπορεί να δικαιολογήσει την «διαίσθηση» του κοινού νου μέσα από μια προσέγγιση που δεν έχει καθόλου να κάνει με πολιτικές προτιμήσεις, κομματικές τοποθετήσεις, συμπάθειες και αντιπάθειες προσώπων, κυβερνήσεων και πολιτικών αλλά με απλή και καθαρή φιλοσοφία της γλώσσας. Σε αξιοποίηση της τελευταίας προχωρώ ευθύς αμέσως στο κείμενο.

Στη φιλοσοφία της γλώσσας γίνεται εδώ και μισόν αιώνα περίπου, λόγος για το «πως να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις». Η σχετική διδασκαλία είναι απλή: Πάντοτε, κάθε φορά που λέμε κάτι, κάνουμε και κάτι άλλο εκτός από το να μιλάμε και να εκφωνούμε λέξεις. Για παράδειγμα όταν λέω «γεια σου» στον φίλο μου Αθανάσιο, τον χαιρετώ. Όταν του λέω «Στοιχηματίζω την περιουσία μου ότι γράφω καλύτερα ποινικά βιβλία από σένα!» βάζω μαζί του πράγματι ένα στοίχημα (ενδέχεται βεβαίως και να τον απειλώ ότι θα του φάω τη θέση στο Πανεπιστήμιο, ή να κάνω χιούμορ ή χίλια δυο άλλα πράγματα). Κάθε φορά, ο λόγος μας συνιστά και μια ορισμένη πράξη και η διαπίστωση αυτή συνιστά με την σειρά της μια τεράστια επανάσταση απέναντι στην κλασική αλλά πρόχειρη και εσφαλμένη πεποίθηση του κοινού νου, ότι: «Άλλο τα λόγια κι άλλο τα έργα!» ή ότι «Ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια!»: Η αλήθεια είναι αντιθέτως, ότι «και τα λόγια είναι έργα»! Continue reading ‘Πώς ο Πρωθυπουργός (δεν;) έκανε πράγματα με τις λέξεις’

Το παράδοξο της διανοητικής αυταρέσκειας ή γιατί να (μην;) γίνετε καθηγητές πανεπιστημίου

Μιας και είναι δεκαπενταύγουστος και κανείς δεν γράφει, θα καλύψω το σχετικό κενό με ένα κείμενο που απευθύνεται στην αγαπημένη μου κατηγορία ανθρώπων: Τους νέους επιστήμονες που γράφουν διδακτορικό, κάνουν μεταπτυχιακές σπουδές και ενδιαφέρονται σοβαρά για μια καριέρα στα Πανεπιστήμια της Ελλάδας ή του εξωτερικού (ιδίως τους εξ αυτών νομικούς).

Πριν από δυο-τρία χρόνια τα πίναμε παρουσία ενός Καθηγητή της Νομικής Σχολής, στο Κολωνάκι: Το κλίμα ήταν εύθυμο γιατί ένας αγαπητός φίλος μου και μαθητής του είχε μόλις αναγορευτεί διδάκτωρ –αυτός λοιπόν είχε προσκαλέσει τον πολυάσχολο Καθηγητή να πιει ένα ποτηράκι μαζί μας «για το καλό». Ο Καθηγητής ήταν ευδιάθετος και έκανε χιούμορ, ένα χιούμορ πετυχημένο όπως η νομική του διδασκαλία. Κάποια στιγμή, στην κουβέντα, έθεσα το ερώτημα: «Γιατί μπορεί κανείς να θέλει στην ζωή του να γίνει Καθηγητής Πανεπιστημίου;». Ο ίδιος υπέβαλα με φιλοπαίγμονα διάθεση προς έλεγχο στον Καθηγητή μου και μια πρώτη απάντηση του ερωτήματος: «Υποθέτω κύριε Καθηγητά» είπα, «ότι -ιδίως οι άντρες- θέλουν να γίνουν Καθηγητές για να περνούν τον χρόνο τους με νεαρές κοπέλες μέχρι τα γεράματά τους! Αυτό πρέπει να είναι το βαθύτερο λιμπιντιακό κίνητρο που τους ωθεί στην επιλογή του συγκεκριμένου επαγγέλματος και στην καταβολή τόσων κόπων για να το ασκήσουν.» Ο Καθηγητής με κοίταξε σκεπτικός κι ένας φίλος πρόλαβε να αστειευτεί με το σχόλιό μου, χαρακτηρίζοντάς το ενδοσκοπικό. Στο τέλος, μου απάντησε: «Ο βαθύτερος λόγος της επιθυμίας να γίνει κανείς Καθηγητής είναι η αυταρέσκεια» μου είπε. «Εκείνοι που είναι διανοητικά αυτάρεσκοι, που «φτιάχνονται» υπερβολικά με τον εαυτό τους και τις ιδέες τους, είναι και αυτοί που θέλουν να γίνουν Καθηγητές».

Έκτοτε, η άποψη του Καθηγητή αποτελεί σταθερό κτήμα της σκέψης μου και με βασανίζει μέρες όπως αυτές, που οι πιστοί στρέφονται στην Παναγία για να τους εμπνεύσει σε μια ηθική και ενάρετη ζωή. Τέτοιες μέρες, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι πόσο αυτάρεσκος μπορεί να είμαι ο ίδιος και πόσο αυτάρεσκοι είναι οι φίλοι μου –γιατί βεβαίως, όμοιος ομοίω αεί πελάζει. Αναρωτιέμαι επίσης, πόσο η άποψη του Καθηγητή μου συνδυάζεται επιτυχώς με την δική μου αρχική άποψη (περί φλερτ με νεαρούλες), πόσο συγκρούεται μαζί της, πόσο την συμπεριλαμβάνει αλλά τελικώς την υπερβαίνει, διεκδικώντας γενικότερη ισχύ (καταλαμβάνοντας λ.χ. και τις γυναίκες που θέλουν να γίνουν Καθηγήτριες!) Έχω σχεδόν καταλήξει ότι ο Καθηγητής μου είχε δίκιο και η προσωπική του αναστοχαστική εμπειρία είναι μια καθολική εμπειρία που αφορά όλους τους ανα τον κόσμο ακαδημαϊκούς. Η διανοητική αυταρέσκεια είναι το παραγωγικό αίτιο της βουλήσεως όσων θέλουν να γίνουν καθηγητές πανεπιστημίου! Continue reading ‘Το παράδοξο της διανοητικής αυταρέσκειας ή γιατί να (μην;) γίνετε καθηγητές πανεπιστημίου’